Now Reading:

Μπροσούρα της ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ για το έμφυλο ζήτημα

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί δημόσια τοποθέτηση της Αναμέτρησης, Ομάδας Κομμουνιστών/στριών. Βασίστηκε στην εισήγηση της ομάδας έμφυλου της Αναμέτρησης, για τη θεματική ολομελειακή συνέλευση της συλλογικότητας για το συγκεκριμένο ζήτημα, που έγινε το Σάββατο 16/6/2018.

Δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούν «μονοθεματικός αγώνας»,

καθώς δεν ζούμε μονοθεματικές ζωές.

Audre Lorde

 

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το κείμενο της μπροσούρας. Ολόκληρη η μπροσούρα σε PDF βρίσκεται στο τέλος του άρθρου.

 

Η παγκόσμια ανάδυση του αιτήματος για φεμινισμό του 99%

 

H αναζωπύρωση του φεμινιστικού και ΛΟΑΤΚΙ κινήματος τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός. Η αλλαγή των όρων ύπαρξης των γυναικών και της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής κρίσης, η αναίρεση υλικών κεκτημένων αλλά και διασφαλισμένων δικαιωμάτων και από την άλλη η ώσμωση νέων θεωρητικών επεξεργασιών με την κινηματική πρακτική, συνδιαμόρφωσαν το «εκρηκτικό μείγμα» για αυτή τη διεργασία. Πρώτο στιγμιότυπο αυτής της επανεμφάνισης είναι ο Οκτώβριος του 2016 με την απεργία 100.000 γυναικών στην Πολωνία για να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος τους, ενάντια στον νόμο απαγόρευσης των αμβλώσεων, πεδίο στο οποίο από την δεκαετία του 1960 το γυναικείο κίνημα έδωσε κομβικές μάχες. Οι κινητοποιήσεις από το φθινόπωρο του 2016, μέχρι τον Μάρτιο του 2017 αποκτούν χαρακτηριστικά «παγκοσμιότητας», ειδικά μετά το ξέσπασμα του κινήματος Ni Una Menos στην Αργεντινή.

Αρχικά, οι κινητοποιήσεις έχουν αμυντικό χαρακτήρα, απέναντι στα ολοένα αυξανόμενα φαινόμενα γυναικοκτονιών, με την έμφυλη βία να αντιμετωπίζεται ως απότοκο της κρίσης. Ωστόσο, οι επεξεργασίες των πιο ριζοσπαστικών και πρωτοπόρων κομματιών του φεμινιστικού κινήματος (για παράδειγμα οι Non Una Di Meno στην Ιταλία), αναδεικνύουν μέσα από τις θέσεις τους – αποτέλεσμα συνελευσιακών διαδικασιών εκατοντάδων γυναικών – τον δομικό ρόλο της βίας στο υπάρχον. Η αυξανόμενη βία δεν είναι απλώς απότοκο της κρίσης. Αποτελεί συστατικό στοιχείο της πατριαρχίας, μοντέλου που καθορίζει τις κοινωνικές σχέσεις με εξουσιαστικό πρόσημο, η οποία αν και είναι σχετικά αυτόνομη του καπιταλισμού, δρα ενισχυτικά προς αυτόν πολυεπίπεδα. Παράλληλα, η εμπλοκή σε αυτόν τον παγκόσμιο κινηματικό αναβρασμό μαρξιστριών θεωρητικών και ακτιβιστριών, προσφέρει τον ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη ενός νέου φεμινιστικού ρεύματος που επιτυγχάνει να συνομιλήσει ενεργά με τις νέες κοινωνικές ανάγκες και να συνδεθεί με τους επιμέρους αγώνες που έχουν ξεσπάσει.

Στην Αμερική το φεμινιστικό κίνημα αλληλεπιδρά με το Black Lives Matter και με τα κινήματα υπεράσπισης των αυτοχθόνων, στην Ευρώπη των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών δίνεται φωνή στους αφανείς, ενώ παράλληλα οι φεμινιστικές διεκδικήσεις στηλιτεύουν τις πολιτικές λιτότητας. Στη Μέση Ανατολή, παρά τα όσα αναπαράγονται στην «προοδευτική» Δύση, οι γυναίκες παίζουν καίριο ρόλο σε απελευθερωτικούς αγώνες, όπως στην Παλαιστίνη, και αναπτύσσουν τον δικό τους πολιτικό χειραφετητικό λόγο. Δεν είναι τυχαίο πως τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται φεμινιστικές θεωρίες που απευθύνονται σε γυναίκες μουσουλμανικών κοινοτήτων, επιδιώκοντας τη χειραφέτηση μέσα από την αφύπνιση τους και όχι μέσα από την επιβολή ενός «αποικιοκρατικού» δυτικισμού. Κάπως έτσι, στην φαρέτρα του αναδυόμενου σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος εντάχθηκαν και οι δύο νέες βασικές έννοιες του, η διαθεματικότητα και η συμπερίληψη.

[…]

Ο φεμινισμός, αναπόσπαστο στοιχείο του κινήματος στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό

Η αριστερά δεν θα μπορούσε παρά να παίρνει δυναμικά θέση σε αυτό το ζήτημα. Να αναγνωρίζει την πολλαπλότητα των καταπιέσεων που ασκούνται στη γυναίκα, και να επιδιώκει μέσα από πολύμορφους αγώνες την χειραφέτηση της, ή τουλάχιστον τη διαμόρφωση ενός πεδίου προάσπισης των δικαιωμάτων της. Ωστόσο, η συζήτηση και πολλώ δε μάλλον η φεμινιστική πρακτική εντός του κινήματος συχνά περιορίζεται σε αυστηρά γυναικεία υπόθεση. Αναλύσεις περί πρωτευουσών και «δευτερευουσών» αντιθέσεων (που στοχεύουν σε/επιφέρουν υποτίμηση), θεωρητικά εργαλεία που σκουριάζουν από τον προηγούμενο αιώνα, παρουσίαση βεβαιοτήτων που αναπτύχθηκαν στις πιο σκοτεινές στιγμές του κομμουνιστικού κινήματος, αναπαράγονται στον ένα ή τον άλλο βαθμό, παραγνωρίζοντας τη βαθιά μαρξιστική πεποίθηση πως για να μπορέσουν τα υποκείμενα μαζικά να συνδράμουν στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, το κίνημα οφείλει να παλεύει ώστε να διασφαλίζει όρους αξιοπρεπούς ζωής γι’ αυτά, και της δικής τους χειραφέτησης, ώστε να αποτελέσουν ενεργό τμήμα ενός ευρύτερου «ιστορικού μπλοκ».

Έτσι, στην περίπτωση του γυναικείου ζητήματος, όχι μόνο υποτιμάται ο αγώνας του συλλογικού υποκειμένου, αλλά αναπαράγονται και στρεβλώσεις εντός των τειχών της αριστεράς με σεξιστικές συμπεριφορές και κουλτούρες.

[…]

Αναφερόμενες στην κουλτούρα του βιασμού, εννοούμε από την σιωπηρή αποδοχή έως την ξεκάθαρη υποστήριξη, κάθε είδους βίας (ψυχολογικής, λεκτικής, σωματικής, σεξουαλικής) απέναντι στις γυναίκες. Η κουλτούρα του βιασμού δεν συνδέεται μονοδιάστατα με περιστατικά «ακραίας» έμφυλης βίας, αντίθετα, τροφοδοτείται από διάφορα περιστατικά στοχοποίησης (π.χ. Slut-shaming) συντροφισσών και όχι μόνο, και αναπαράγει επικίνδυνα αφηγήματα και πρακτικές – που καμία σχέση δεν θα έπρεπε να έχουν με την κομμουνιστική αριστερά (ακόμη, φυσικά, και όταν χρησιμοποιείται απέναντι στις γυναίκες της «άλλης πλευράς»). Πιο «αθώες», αλλά εξίσου προβληματικές όψεις του σεξισμού εντός της αριστεράς, είναι φαινόμενα όπως η «αντικειμενοποίηση» των συντροφισσών.

Πέρα από αυτές τις μορφές υποτίμησης των γυναικών, υπάρχουν και άλλες εκφράσεις υπόρρητου σεξισμού στην αριστερά, που αναπαράγονται μέσα από τον παγιωμένο επιμερισμό πολιτικών ρόλων. Ας σκεφτούμε τον αυτοματισμό με τον οποίο κατανέμονται ρόλοι: πόσες γυναίκες τοποθετούνται ή συμμετέχουν σε όργανα, πόσοι άντρες φτιάχνουν πανό. Το «μονοπώλιο» της ανδρικής παρουσίας εξασθενεί ίσως σε σχέση με το παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει έντονα στο πεδίο της παραγωγής πολιτικής. Ενδεικτική μόνο είναι η πενιχρή εκπροσώπηση οργανώσεων από γυναίκες – με τις εξαιρέσεις να υιοθετούν, όπως αναφέραμε, ανδρικές στερεοτυπικές συμπεριφορές ή ακόμη λιγότερες, φωτεινές εξαιρέσεις, αποτελέσματα ισχυρών φεμινιστικών «πυρήνων» εντός των οργανώσεων, που αρνούνται μια τέτοια υιοθέτηση. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, όπου ο αντισεξισμός γίνεται «πολιτισμική διαφοροποίηση» και όχι υλική πρακτική, με διάφορες αντανακλάσεις, όπως πχ. γυναίκες να συντονίζουν ή να μεταφράζουν σε πάνελ («αφήνοντας για τους άντρες» τις πολιτικές τοποθετήσεις). Τομή σε αυτή την τάση μπορεί και ήδη φαίνεται να κάνει η Αναμέτρηση, που ήδη από τις πρώτες μέρες συγκρότησης της έδωσε βάρος στην ισότιμη εκπροσώπηση. Ωστόσο η δουλειά που πρέπει να γίνει είναι πολύ περισσότερη, αν σκεφτούμε τον λιγοστό χώρο που παραδοσιακά δίνεται στις συντρόφισσες ως προς την πολιτική ανάπτυξη τους (ανάληψη στελεχιακών καθηκόντων, θεωρητική προετοιμασία και συγκρότηση, πρόσβαση σε δημόσιο βήμα πολιτικά ή συνδικαλιστικά, ξεπέρασμα πολλαπλών καταπιέσεων που ενσωματώνονται).

[…]

Η «μάχη για την ορατότητα» είναι μια από τις πιο σημαντικές μάχες για το γυναικείο και ΛΟΑΤΚΙ κίνημα. Ο κυρίαρχος λόγος (με τις αντανακλάσεις του και μέσα στις διαδικασίες του κινήματος), κατά βάση στοχεύει στην αποστέρηση της ορατότητας της γυναικείας καταπίεσης, της γυναικείας ταυτότητας ιδιαιτέρως ως πολιτικού υποκειμένου, και των φεμινιστικών πρακτικών. Ο σεξισμός και οι αποτυπώσεις της πατριαρχίας βρίσκονται παντού, δεν αφορούν απλώς τις «κραυγαλέες» περιπτώσεις ανισότητας. Οι δυνάμεις του κινήματος πολλές φορές εναντιώθηκαν σε πρακτικές ανισότητας και διεκδίκησαν «τυπική ισοτιμία» (αν και συχνά υποτιμήθηκε μέχρι και αυτό) – ωστόσο κάτι τέτοιο δεν αρκεί. Ακόμα πιο σημαντικές, για τη συγκρότηση του υποκειμένου, τη χειραφέτηση και την πολιτικοποίησή του, είναι οι «άρρητες» πλευρές καταπίεσης και διάκρισης, που συναντώνται σε καθημερινές πρακτικές, και συχνά ασκούνται ασυνείδητα από άντρες και ενσωματώνονται, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, από γυναίκες. Πρώτη συλλογική μας κατάκτηση θέλουμε να είναι η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Στη συνέχεια, καλούμαστε να πράξουμε ως συνέπεια της αναγνώρισης αυτής: να δοθεί σεβασμός και χώρος, συνειδητοποιώντας ότι το σημείο αφετηρίας δεν είναι κοινό, στον λόγο, στην αντιπαράθεση, στις πρακτικές.

Η τοποθέτησή μας και η αντιπαράθεση μας συνολικά ως Αναμέτρηση με τις παραπάνω λογικές, δεν τίθεται ως απλά ως μια προσπάθεια να κατακτηθεί μια πιο «πολιτικά ορθή» ή «πολιτισμικά» αναβαθμισμένη φυσιογνωμία, γιατί δεν πρόκειται περί τέτοιου ζητήματος. Επιδιώκοντας να έχουμε ουσιαστικό ρόλο στα προχωρήματα της αριστεράς και εν γένει του κινήματος το επόμενο διάστημα, οφείλουμε κάθε μέρα να επιδιώκουμε να κάνουμε πράξη, αυτό που ελπίζουμε να αλλάξουμε στον κόσμο. Αν αντ’ αυτού, αναπαράγουμε στην πολιτική και καθημερινή μας ζωή τις στρεβλώσεις του υπάρχοντος, τότε είναι σίγουρο πως θα τις φέρουμε ως συστατικό στοιχείο μας, και το όποιο νέο εγχείρημα θα έχει κηλιδωθεί από αυτές τις προβληματικές.

Διαβάστε ολόκληρη τη μπροσούρα εδώ!

Download (PDF, 806KB)

Share This Articles