Now Reading:

Παρέμβαση φοιτητών/τριών της ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ στο διήμερο της ΕΑΑΚ

1. Το φοιτητικό κίνημα μπροστά σε μεγάλη καμπή

Το παρόν κείμενο αποτελεί μία πρώτη συμβολή της ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ στην αναγκαία κουβέντα που εξελίσσεται στο εσωτερικό των σχημάτων της ΕΑΑΚ. Εφορμάται από ένα βαθύ άγχος για μία άμεση πολιτική και κινηματική αναζωπύρωση των δομών και των πρακτικών του φοιτητικού κινήματος, καθώς και για το παρόν και το μέλλον συνολικά της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς στις σχολές.

Το φοιτητικό κίνημα είναι αναντικατάστατος τροφοδότης της επαναστατικής αριστεράς και βασικός δρόμος επικοινωνίας με νέα ρεύματα ριζοσπαστικοποίησης. Χωρίς τη δυναμική που έδωσε η ΕΑΑΚ στην ευρύτερη αντικαπιταλιστική αριστερά, σήμερα θα ήταν αδιανόητα τα βήματα που γίνονται στη νέα βάρδια εργαζομένων, η συγκρότηση αντίστοιχα οργανώσεων-κινήσεων-σχημάτων βάσης, πιθανώς ακόμα και η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με αυτή τη δυναμική το μακρινό 2009. Η αναγκαία δουλειά σε άλλους τομείς που δραστηριοποιείται η νεολαία (μαθητικό, ΙΕΚ και χώροι κατάρτισης-εργασίας) δεν θα μπορέσει ποτέ να αναπληρώσει το κενό που θα προκύψει αν σπάσει ο δεσμός ανάμεσα στις δυνάμεις μας και το φοιτητικό κίνημα.

Συγκεκριμένα, με το βλέμμα στα νέα ξεσπάσματα που γεννιούνται, θεωρούμε πως το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη καμπή που θα πρέπει να τη λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Εκτίμηση μας είναι πως είτε θα συνεχίσει στην ίδια αναιμική και αδύναμη παρουσία που χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια με υπαρκτό πλέον το ενδεχόμενο ενσωμάτωσης του ή θα κάνει μια βαθιά πολιτική, κοινωνική και κινηματική τομή για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στη σημερινή πολιτική φάση. Σήμερα βιώνουμε ακριβώς αυτό το μεταίχμιο, το κλείσιμο του προηγούμενου κύκλου για το Φ.Κ. και τα σχήματα της ΕΑΑΚ τόσο σε ποσοτικά χαρακτηριστικά, με καινούργιους εαακίτες και εαακίτισσες, όσο και ποιοτικά, με την έλλειψη πανελλαδικών αναπαραστάσεων, αδυναμία αναπαραγωγής των σχημάτων, απαξίωση συλλογικών διαδικασιών και φοιτητικού συνδικαλισμού. Τα αίτια της κρίσης του φοιτητικού κινήματος και των διαδικασιών του πρέπει να εντοπιστούν, πρωταρχικά, στην οξυμμένη κοινωνική κατάσταση και στο μετασχηματισμό του ρόλου του φοιτητή. Η πίεση προς τους φοιτητές να ολοκληρώσουν σύντομα ή ακόμα και να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους δημιούργησε νέες μορφές συνείδησης είτε ριζοσπαστικές είτε αντιδραστικές. Έφερε από τη μία την άνοδο του κοινωνικού κανιβαλισμού, όπως εκφράστηκε από την ενίσχυση του ατομικού δρόμου εις βάρος των συλλογικών κατακτήσεων. Από την άλλη, γέννησε ένα νέο, βαθύτερο ριζοσπαστισμό που μπορεί να μην εκφράστηκε πάντα συλλογικά-αγωνιστικά αλλά αναμετρήθηκε με συνολικά πολιτικά ερωτήματα και προσέγγισε τις θέσεις της επαναστατικής αριστεράς. Το φοιτητικό κίνημα και οι οργανωμένες δυνάμεις στο εσωτερικό του δεν κατόρθωσαν να διεμβολίσουν ή και να εγκολπώσουν ικανοποιητικά κανένα από τα δύο ρεύματα. Σήμερα, υπό το βάρος των ηττών της τελευταίας περιόδου, οι χαλαροί δεσμοί όλων των δυνάμεων με τα κοινωνικά ρεύματα που εκπροσωπούν υφίστανται σημαντική ρήξη που απειλεί να ολοκληρωθεί σε πραγματικό σχίσμα.

2. Οι αγώνες του τελευταίου διαστήματος και η απάντηση του φοιτητικού κινήματος

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια σπασμωδική κινητικότητα σε διαφόρους συλλόγους πανελλαδικά. Χρειάζεται να σκύψουμε πάνω από αυτούς, να δούμε τις αφορμές που συνέβαλλαν στο ξέσπασμά τους και να βγάλουμε τα αντίστοιχα αναγκαία συμπεράσματα για τη στοχοθεσία που θα πρέπει να έχουν τα σχήματα της ΕΑΑΚ και το φοιτητικό κίνημα. Είναι εμφανές πως στο σύνολο τους οι υλικές ανάγκες επιβίωσης και η εργασιακή προοπτική αποτελούν το πεδίο εκκίνησης των αγώνων αυτή την περίοδο. Οι αγώνες που ζήσαμε στην Ξάνθη, στα Γιάννενα, η κατάληψη του ΙΝΕΔΙΒΙΜ και των ΕΛΚΕ για το ζήτημα της στέγασης, οι εστίες αγώνα και αντίστασης  του ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά ενάντια στις συγχωνεύσεις, η διδακτική επάρκεια στις καθηγητικές σχολές και, τέλος, οι καταλήψεις για πάνω από δύο εβδομάδες στα Χανιά γύρω από την εμβόλιμη εξεταστική, φτιάχνουν τη νέα βεντάλια που πρέπει να αποτυπώσουν σε μάχιμη συνθηματολογία, προπαγάνδα και πολιτικό περιεχόμενο τα σχήματα της ΕΑΑΚ.

Οι στόχοι πάλης του φοιτητικού κινήματος πρέπει να προσαρμοστούν πάνω σε αυτά τα δύο ζητήματα, τη δημόσια δωρεάν παιδεία και την εργασιακή προοπτική του απόφοιτου. Απαιτείται ευελιξία στη διαμόρφωση προγραμμάτων γύρω από αυτά, στην ιεράρχηση τους ανά κλάδο και σχολή αλλά και στη στοχευμένη σύνδεση τους με την αναγκαία πολιτική προοπτική. Απαιτείται μία πιο συγκροτημένη και συγκεκριμένη συζήτηση. Κάθε αγώνας ξεκινά, συσπειρώνει δυνάμεις πάνω σε κάποια, συγκεκριμένα, «αμιγώς» φοιτητικά ζητήματα. Αυτό αποτελεί αναντίρρητη αλήθεια του φοιτητικού κινήματος (αλλά μάλλον και κάθε κοινωνικού κινήματος) εδώ και δεκαετίες και δεν αναιρέθηκε μέσα στην κρίση, όπως καταλαβαίνει οποιοσδήποτε εξετάσει μεγάλους και μικρούς αγώνες της τελευταίας πενταετίας. Όμως, κάθε αγώνας που εξελίσσεται και διαρκεί, ανοίγει διαύλους επικοινωνίας με βαθύτερες ανησυχίες της σπουδάζουσας νεολαίας για το παρόν και το μέλλον της. Ξεκινώντας από μία τέτοια παραδοχή, πρέπει να συζητήσουμε ξανά για τη σημασία των πολιτικών στόχων μέσα στο μαζικό κίνημα. Η ανώτερη πολιτικοποίηση των επιμέρους αγώνων δεν πραγματοποιείται μέσα από εγκεφαλικά σχέδια των εκάστοτε πρωτοποριών αλλά προκύπτει μέσα από το προχώρημα των αγώνων και των ίδιων των αιτημάτων-κρίκων που αναδεικνύονται μέσα από αυτούς. Εν τέλει, αυτή η πολιτική στόχευση μπορεί να κατακτηθεί μόνο μέσα από μάχες που θα προσδώσουν κοινωνική χρησιμότητα στη συλλογική οργάνωση και, ανεξαρτήτως νίκης ή ήττας, θα εξελίσσονται σε πραγματικές αναμετρήσεις που θα φέρνουν σε οριακό σημείο τις πρυτανικές αρχές, το υπουργείο, ακόμα και την κυβέρνηση. Χρειάζεται να επενδύσουμε σε αυτό το κομμάτι και να ξεφύγουμε οριστικά από αναλύσεις που απολυτοποιούν μία δυσμενή κατάσταση, παρουσιάζοντας αναγκαία προϋπόθεση για την παραμικρή επιτυχία την υλοποίηση μέρους (ή και του συνόλου) ενός υπερφορτωμένου προγράμματος αντικαπιταλιστικής ανατροπής που δεν διαχωρίζει επίπεδα συνείδησης και αγωνιστικής συγκρότησης.

Σε αυτή τη κατεύθυνση η συγκρότηση με πανελλαδικά κριτήρια μιας σύγχρονης χάρτας αναγκών για το Φ.Κ. αποτελεί αναγκαιότητα στη σημερινή συγκυρία. Η χάρτα αναγκών αυτή θα περιλαμβάνει σε πρώτη φάση τις ανάγκες που προκύπτουν γύρω από τη δημόσια και δωρεάν παιδεία (σίτιση, στέγαση, συγγράμματα, μεταφορές), την εργασιακή και επαγγελματική προοπτική (μόνιμη και σταθερή δουλειά, αφαίρεση επάρκειας, αλλαγές στο ΤΕΕ) καθώς και την καθημερινή πάλη απέναντι στην εντατικοποίηση των σπουδών (μαζικά κοψίματα, εμβόλιμη εξεταστική). Τονίζουμε εδώ τη σημασία της εκλαΐκευσης και αναβάθμισης της γραμμής γύρω από την εργασιακή προοπτική. Αυτή η δουλειά περνάει μέσα από την απόκρουση των αλλαγών που προωθούνται στα προγράμματα σπουδών, τις αλλαγές στο ΤΕΕ καθώς και οποιαδήποτε αναδιάρθρωση διαλύει τα πτυχία μας. Παράλληλα, μέσα στις σχολές, τα σχήματα της ΕΑΑΚ οφείλουν να ανοίξουν την κουβέντα, με βάση τις κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών και ευρύτερων κομματιών της κοινωνίας, για το ζήτημα της μόνιμης και σταθερής δουλειάς. Τα παραπάνω αιτήματα συγκρούονται σκληρά με τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της ΕΕ για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει κοινή παραδοχή πως βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ένα είδος «καθηγητικού ρεβανσισμού». Μια εν μέρει απεγνωσμένη αλλά σίγουρα πολύ γοργή και επιθετική προσπάθεια από τη μεριά του καθηγητικού κατεστημένου να πάρει εκδίκηση για δεκαετίες αγώνων, συνελεύσεων, καταλήψεων και μπλοκαρίσματος της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης στην Ελλάδα. Από τις φασιστικές επιθέσεις, τις δίκες και μηνύσεις απέναντι σε αγωνιστές και την απόλυτη υπονόμευση των συλλογικών αποφάσεων μέσω της μη αναγνώρισης των φοιτητικών συλλόγων μέχρι την υπερ-εντατικοποίηση των σπουδών, τα μαζικά κοψίματα, την άρνηση γύρω από οποιαδήποτε διευκόλυνση στις σπουδές και την καθημερινότητά μας, την ενίσχυση του κανιβαλισμού μέσω της υπεράσπισης της «αριστείας» και της καθηγητικής αυθεντίας, η πειθάρχηση και η ιδεολογική –και επί του πρακτέου– ηγεμονία της αστικής πολιτικής προχωρά μέσα στις σχολές. Οι μάχες για ανθρώπινους ρυθμούς σπουδών, σπάσιμο της εντατικοποίησης, διεκδίκηση εμβόλιμων εξεταστικών χρειάζεται να γίνουν ξανά κομμάτι της συνολικής  μας  πρακτικής.

Τέλος, στο κομμάτι του κινήματος θεωρούμε καθοριστικής σημασίας την ανάπτυξη αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού λόγου και πρακτικής από το σύνολο των φοιτητικών συλλόγων πανελλαδικά. Το φοιτητικό κίνημα έχει ιστορική παράδοση σε παγκόσμιο επίπεδο στην αντιιμπεριαλιστική δράση. Η ιστορία ξεκινάει από τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις για το πόλεμο στο Βιετνάμ, στο Ιράκ και στη Συρία και παίρνει ειδική μορφή και υπόσταση στην Ελλάδα με μεγάλο βάθος και μακρά παράδοση. Ξεκινάει από την ΕΠΟΝ σπουδαστών, προχωράει μέχρι τους Λαμπράκηδες, φτάνει μέχρι το Πολυτεχνείο και συνεχίζει. Είναι συνυφασμένο με την ιστορία του λαϊκού κινήματος και τους αγώνες για να είναι ο λαός αφέντης στο τόπο του, για  παιδεία, για δημοκρατία,  για την ήττα του ιμπεριαλισμού και την ειρήνη. Συγκεκριμένα, στη σημερινή πολιτική συγκυρία με την όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που παίρνει την ειδική μορφή στη περιοχή μας της σύγκρουσης των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας, χρειάζεται μια ενιαία, πολύμορφη δράση των σχημάτων της ΕΑΑΚ εντός των σχολών. Χρειάζεται να αναπτυχθούν καμπανιακού τύπου παρεμβάσεις με βασικό αίτημα το ζήτημα της ειρήνης και συνεργασίας των λαών, γύρω από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Σε αυτή την κατεύθυνση η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ θα συμβάλλει στη διεξαγωγή πανελλαδικής κινητοποίησης στη νατοϊκή βάση της Σούδας.

Για να ξεδιπλωθεί ένα κίνημα σε αυτή την περίοδο προϋπόθεση είναι η ανασυγκρότηση των συλλόγων και των διαδικασιών τους, η δημιουργία ενός νέου δεσμού των φοιτητών με το μαζικό κίνημα. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει με ένα προκάτ σχέδιο που θα έχει ληγμένο το Α και το Ω των βημάτων που θα ακολουθηθούν, σαν πανελλαδική μαγική συνταγή πάνω στην οποία εγκαλούνται όλες οι δυνάμεις, εντός-εκτός ΕΑΑΚ, να πειθαρχήσουν. Ούτε βέβαια, υπάρχει λύση στον αγνωστικισμό, στο «βλέποντας κα κάνοντας» ενός ιδιότυπου ερασιτεχνισμού. Είμαστε στην αρχή μίας μακράς και αντιφατικής διαδικασίας όπου, στη βάση των παραπάνω αξόνων, εκκινεί η ανασυγκρότηση των συλλόγων και των αγωνιστικών πρακτικών. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας δεν είναι ακόμα γνωστό, ενώ η ενοποίηση πολιτικών δυνάμεων γύρω από αυτή την πορεία θα αποτελεί διαρκές διακύβευμα για μεγάλο διάστημα, επιτάσσοντας μίας αντίστοιχη μετωπική-συνθετική κουλτούρα.  Πρέπει να αποτελέσει συλλογικό κεκτημένο ότι αυτή η διαδικασία θα είναι πολύμορφη και πρωτότυπη. Θα ακολουθήσει διαφορετικά μονοπάτια όχι απλά από πόλη σε πόλη αλλά από σύλλογο σε σύλλογο, βάσει πολλών παραγόντων (πορεία της αναδιάρθρωσης, κινηματικό κεκτημένο, δομημένες συλλογικές διαδικασίες, εκλογικός και πολιτικός συσχετισμός καθεστωτικών-αγωνιστικών δυνάμεων, επαγγελματική προοπτική κ.α.). Θα χρειαστούν πολλοί πειραματισμοί και υπερβάσεις του καθιερωμένου προτύπου φοιτητικού συνδικαλισμού και του τρόπου που πραγματοποιούνται οι γενικές συνελεύσεις και λαμβάνονται αποφάσεις. Όλο αυτό περνάει μέσα από μία διαδικασία που εν τέλει αποτελεί στοίχημα για όλες τις ριζοσπαστικές δυνάμεις σχετικά με το αν θα καταφέρουν να καταστήσουν την πολιτική θελκτική για τα υποκείμενα στα οποία θέλουν να έχουν αναφορά. Παράλληλα, θα καλεστούν να συμβάλλουν στη συγκρότηση δομών που θα εμπεριέχουν αμεσοδημοκρατικά το υποκείμενο, θα υπερβαίνουν τις γραφειοκρατίες των πολιτικών περσόνων και των κομματικών μηχανισμών και θα καταστήσουν την οργάνωση στη βάση, τη συναπόφαση και συλλογική υλοποίηση σαν διαδικασία χειραφετητική. Δείγματα αυτής της διαδικασίας φάνηκαν τόσο στο κίνημα που έλαβε χώρα στα Χανιά όσο και στους εν ενεργεία αγώνες στο Φυσικό και τη Φιλοσοφική Αθήνας.

3. Η ΕΑΑΚ μπροστά σε μια αναγκαία υπέρβαση.

Τα τελευταία χρόνια οφείλουμε όλοι να παραδεχτούμε ότι η ΕΑΑΚ έχει φτάσει σε ένα τέλμα και αντί για θαρρετά βήματα προς το ξεπέρασμά του, ανακυκλώνεται σε ίδια λάθη. Υπάρχει ο εύκολος τρόπος να ψάξουμε τις αιτίες του, κατηγορώντας τους χειρισμούς της μίας οργάνωσης ή ψάχνοντας έναν εσωτερικό εχθρό, φορτώνοντάς του όλα τα δεινά του μορφώματός μας. Παρόλα αυτά, ενώ έχει υπάρξει ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης και ερμηνείας των προβλημάτων της ΕΑΑΚ, όχι μόνο δεν έλυσε τα υπάρχοντα προβλήματα αλλά η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα οριακό σημείο, κάνοντας πλέον συνηθισμένη την αντιπαράθεση με οργανωτικούς όρους εντός μας. Οι λογικές αυτές δεν ανήκουν κατά τη γνώμη μας στην κουλτούρα της Αριστεράς, πόσο μάλλον εντός ενός μορφώματος με τέτοια ιστορία και συμβολή στους αγώνες του φοιτητικού κινήματος, όπως η ΕΑΑΚ. Το ζήτημα λοιπόν πρέπει να αντιμετωπιστεί με την αντίστοιχη σοβαρότητα πρώτα και κύρια στην απουσία πολιτικής, κινηματικής πρότασης και πρακτικής που να ενοποιεί, στο βαθμό του εφικτού, το σύνολο των σχημάτων και των αγωνιστών της.

Είναι απαραίτητο πρώτα και κύρια να συζητήσουμε διαφορετικά. Μακριά πλέον από ατέρμονες ιδεολογικές διαφωνίες ρευμάτων μέσα στην ΕΑΑΚ για μία ηγεμονία στα χαρτιά που δεν αποκρυσταλλώνεται στους φοιτητικούς συλλόγους και στο κίνημα. Με κριτήριο την επίθεση που δεχόμαστε και τις σύγχρονες ανάγκες και ανησυχίες του φοιτητικού σώματος. Με σεβασμό στις αντιλήψεις που παρεμβαίνουν στην ΕΑΑΚ και κυρίαρχα στην πληθώρα των ανένταχτων αγωνιστών της που παρακολουθούν την διαλυτική κατάσταση στο κοινό μας πολιτικό σπίτι. Πρώτο μέλημά μας είναι η δημιουργία ενός μπλοκ πολιτικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας εντός της ΕΑΑΚ με τη βούληση για την αναγκαία υπέρβαση σε όλα τα επίπεδα. Αυτή η κουβέντα δεν πρέπει να κλείνεται σε μια διακήρυξη και, κυρίως, δεν μπορεί να εκκινήσει από τη διακήρυξη που πρέπει να αποτελέσει έναν από τους πιθανούς προορισμούς της νέας ενοποίησης της ΕΑΑΚ και όχι προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε το ταξίδι. Πάνω απ’ όλα πρέπει να αναγνωριστεί πως τα σχήματα πρέπει να είναι στο κέντρο αυτή της συζήτησης και όχι κομπάρσοι στο θέατρο των οργανώσεων. Μέρος αυτού του μπλοκ μπορούν να αποτελέσουν όλες οι οργανωμένες δυνάμεις και αγωνιστές που θέλουν η ΕΑΑΚ να μπορέσει να αλλάξει σελίδα στον τρόπο που συζητάει και δρα, περιθωριοποιώντας τις λογικές οργανωτικών λύσεων των διαφωνιών. Με βαθιά διάθεση σύνθεσης με το σύνολο των αγωνιστών της ΕΑΑΚ θεωρούμε πως για να ολοκληρωθεί όλη η παραπάνω διεργασία δεν μπορεί παρά να ανοιχτεί έξω από τα στενά πλαίσια μας.

Πρότασή μας είναι να αποτελέσει άμεσος στόχος για το σύνολο των σχημάτων η εκκίνηση ενός πολιτικού διαλόγου σε επίπεδο βάσης με όλες τις μαχόμενες δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος, που να αποτυπώνεται και σε κοινές κινηματικές πρακτικές. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η υπέρβαση των υπαρχουσών συγκροτήσεων της Φοιτητικής Αριστεράς σε ανώτερο επίπεδο, τόσο ως προς την δομή όσο και στο πολιτικό περιεχόμενο. Κέντρο και πυρήνας της παραπάνω διαδικασίας μπορούν και πρέπει να είναι τα σχήματα της ΕΑΑΚ. Μια διαδικασία η οποία στο βαθμό που θα προχωράει ανοιχτά, με τα μάτια στραμμένα στο κίνημα, θα μπορεί με κριτήριο την πολιτική αποτελεσματικότητα και τη μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων, να ξεπερνάει τόσο αγκυλώσεις όσο και λογικές απλών «συγκολλήσεων» πολιτικών πλαισίων. Έτσι θέλουμε να συσπειρώνει ευρύτερα ριζοσπαστικά αμφιθέατρα εντός του φοιτητικού κινήματος, σε μια κατεύθυνση στην ουσία της αντικαπιταλιστική.

Οι πρωτοπόρες πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να συμβάλλουν σε ένα τέτοιο σχέδιο υπάρχουν, όμως είναι κατακερματισμένες και βρίσκονται σε σύγχυση. Είναι η ΕΑΑΚ και οι οργανώσεις της, οι συνεργαζόμενες δυνάμεις της ΕΑΑΚ, η ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ, μικρότερες μαχόμενες τάσεις και ανεξάρτητα αγωνιστικά μορφώματα. Αυτή την περίοδο, η ουσία της μετωπικής πολιτικής είναι η κοινή κατεύθυνση τους στην ανασυγκρότηση των συλλόγων. Αυτό περνάει μέσα από την κοινή συνεργασία τους σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των συλλόγων (συνελεύσεις, εκλογές, εκδηλώσεις κλπ).

Αντί επιλόγου, θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτό που ξεκινήσαμε, ενώ φαινόταν σαν να το απορρίπτουμε. Υπάρχει η δυνατότητα και την αναγνωρίζουμε να συγκροτηθεί ξανα το νεολαιίστικο κίνημα στην Ελλάδα, υπό την ηγεσία μιας γενιάς που βίωσε και βιώνει με τον πιο σφοδρό τρόπο τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις. Ακόμα όμως, σύντροφοι και συντρόφισσες, θεωρούμε πως μια διευρυμένη συμμαχία που είναι δυνατή στη νέα γενιά εργαζομένων, των φοιτητών και των μαθητών, χρειάζεται να έχει πρωτοπορία στο εσωτερικό του που θα του δώσει μορφή, περιεχόμενο ακόμα και δομές. Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ θα συμβάλλει στη παραπάνω προσέγγιση και θα προτείνει μια συνολική πολιτική κίνηση με επίκεντρο τη νέα γενιά σαν πρώτο βήμα της ανασυγκρότησης.

Share This Articles