Now Reading:

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ: 9 σημεία για τις δημοτικές & περιφερειακές εκλογές

Υπάρχουν πολιτικά ερωτήματα γύρω από τις δημοτικές εκλογές τα οποία να μπορούν να παίξουν ένα ρόλο αναζωογόνησης της ενασχόλησης με την αντικαπιταλιστική πολιτική και το κίνημα, προσέλκυσης νέων ανθρώπων και επαναδραστηριοποίησης παλιών συντρόφων και συντροφισσών που έχουν αποστρατευθεί;

Υπάρχει ανάγκη επαναπροσδιορισμού και εμβάθυνσης της πολιτικής πρότασης των αντικαπιταλιστικών σχημάτων και δημοτικών κινήσεων και αν ναι τι σημαίνει αυτό; Μπορεί το υπάρχον φάσμα πολιτικών συγκροτήσεων να σπάσει τον φαύλο κύκλο του αναμεταξύ του ετεροκαθορισμού και της μάχης για κυριαρχία στον μικροχώρο του εξωκοινοβουλίου και του -όλο και λιγότερου πλέον- κόσμου που πλέον συσπειρώνεται γύρω του;

Το παρόν κείμενο αποτελεί προϊόν της συνέλευσης της ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ Αθήνας με θέμα τις δημοτικές εκλογές. Επιδιώκουμε να αποτελέσει μια πρώτη προσπάθεια απαντήσεων σε τέτοια ερωτήματα και ευελπιστούμε να ανοίξει έναν διάλογο με συνέχεια που θα υπερβεί την απλή ανταλλαγή απόψεων και θα μετρήσει βήματα στην ενεργή πολιτική και κινηματική ζωή των σχημάτων και αγωνιστών.

 

1. Εκλογές και (τοπικό) κίνημα: Για μια επανακατοχύρωση κουβέντας και φυσιογνωμίας

Βρισκόμαστε ακόμη, ομολογουμένως, εντός μιας δύσκολης περιόδου για την αντικαπιταλιστική πολιτική δράση. Αναγνωρίζοντας την κατάσταση αυτή, θα πρέπει καταρχήν να συζητήσουμε ξανά για το τι μπορούμε να επιδιώκουμε από μια πολιτική μάχη, όπως αυτή των εκλογών που βρίσκονται μπροστά μας και ταυτόχρονα να επανακατοχυρώσουμε μια φυσιογνωμία που να συνδυάζει αποτελεσματικότερα τον εξωκοινοβουλευτικό και αντικοινοβουλευτικό αγώνα με την παρέμβαση στις εκλογές. Από μια τέτοια σκοπιά θα πρέπει να αναρωτηθούμε: Η τωρινή μας παρέμβαση συμπληρώνεται από τον αναστοχασμό και την αναγκαία αποτίμηση και αυτοκριτική γύρω από την εμπειρία, τη δράση και την αποδυνάμωση, αν όχι αποδιοργάνωση, των περισσότερων σχημάτων και ευρύτερα του «χώρου» τα τελευταία πέντε χρόνια; Αναρωτιόμαστε σε ποιο βαθμό αξιοποιήσαμε τα υψηλά εκλογικά ποσοστά και τις αρκετές έδρες που πήραμε ένα προηγούμενο διάστημα σε Δήμους και Περιφέρειες ώστε να βοηθήσουμε στην ανάπτυξη αγώνων και να συνδεθούμε βαθύτερα και σταθερότερα με τις τοπικές κοινωνίες; Κάνουμε μια πραγματική αποτίμηση και εμβάθυνση γύρω από τις «αριστερές δημαρχίες» του ΣΥΡΙΖΑ (μαζί με τη μνημονιακή μετάλλαξή τους), με διαφορετικό τρόπο του ΚΚΕ, των ορίων των δημοτικών παρεμβάσεων και διοικήσεων εντός του μνημονιακού πλαισίου; Προχωράμε και δίνουμε δυνάμεις με στόχο να υπάρξει ανασυγκρότηση των σχημάτων και διεύρυνσή τους με νέους αγωνιστές και δυνάμεις; Προσπαθούμε με βάση τα παραπάνω να συγκροτήσουμε μια νέα αντικαπιταλιστική πρόταση στην εποχή γύρω από το ζήτημα των τοπικών κινημάτων και των δημοτικών αρχών; Ή απλά συντηρούμε δυνάμεις, κάνουμε καταγραφές και δίνουμε τη μάχη; Ένας αγωνιστής ή αγωνίστρια με λογική θα ήλπιζε το πρώτο. Ωστόσο, έτσι όπως είναι η κατάσταση του χώρου, τίθεται υπό αίρεση ακόμα και το δεύτερο.

 

2. «Αριστερό» ΤΙΝΑ σε διοικήσεις δήμων και περιφερειών

5 χρόνια μετά τις δημοτικές εκλογές του ‘14, οφείλουμε καταρχήν να κάνουμε ορισμένες διαπιστώσεις πάνω στη νέα κατάσταση που τότε ξεκινούσε. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, μια σειρά από Δήμοι και Περιφέρειες της χώρας, διοικήθηκαν από δυνάμεις προερχόμενες από την Αριστερά σαν αποτέλεσμα του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού ρεύματος που ξεπήδησε από την κρίση, τους αγώνες των πρώτων μνημονιακών χρόνων και τη βαθιά κρίση και διάσπαση των παραδοσιακών αστικών πολιτικών εκπροσωπήσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε τον έλεγχο πολύ σημαντικών Περιφερειών και Δήμων (με κύρια την Περιφέρεια Αττικής, με τεράστιες αρμοδιότητες και πόρους), σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα με δημοτικά σχήματα με κάποια ιστορία στους αγώνες και τα κινήματα.

Παρά τις διαφορετικές αποχρώσεις, αυτές οι δημοτικές αρχές δεν δικαίωσαν τις ελπίδες για μια διαφορετική αριστερή πολιτική. Αντίθετα κατά βάση ταυτίστηκαν με τη μνημονιακή προσαρμογή – μετάλλαξη του κυβερνώντος κόμματος. Δεν στράφηκαν, ούτε συνέβαλλαν στη δημιουργία αντιστάσεων και κινήματος εναντίον της κεντρικής μνημονιακής πολιτικής. Προώθησαν όλες τις μορφές ελαστικής εργασίας και πρωτοστάτησαν στην κατεστημένη διαδικασία αναζήτησης ΕΣΠΑ και άλλων προγραμμάτων αντί για τη διεκδίκηση ενός διαφορετικού μοντέλου. Διατήρησαν ή και ενίσχυσαν το καθιερωμένο πλαίσιο αδιαφάνειας και έλλειψης δημοκρατίας που κυριαρχεί στην τοπική αυτοδιοίκηση.

 

3. Δυνάμεις παλαιού δικομματισμού, μνημονιακή προσαρμογή και μοντέλα αποπολιτικοποίησης της διοίκησης

Βέβαια, στην μεγάλη τους πλειοψηφία οι ΟΤΑ παρέμειναν προσδεδεμένοι σε παραδοσιακά σχήματα έκφρασης του παλιού δικομματισμού, ακόμη και αν οι εκπρόσωποί του και οι παρατάξεις τους αναγκάστηκαν να μασκαρευτούν ως «ανεξάρτητοι». Το γεγονός αυτό υποδηλώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τρόπου διαμόρφωσης και άσκησης της κυρίαρχης πολιτικής εντός του τοπικού κράτους και την ισχύ του κοινωνικού ριζώματος που είχε αυτό (πελατειακές σχέσεις, μικρορουσφέτια, διαχείριση δημόσιου χρήματος, προγραμμάτων χρηματοδότησης και έργων με περιθώρια ευνοιοκρατίας), καθώς και το γενικότερο μέγεθος της οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής που ΠΑΣΟΚ και ΝΔ έχτιζαν για δεκαετίες. Η μαζική λαϊκή υποστήριξη και η εκλογική επιτυχία που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, δεν ήταν αποτέλεσμα προετοιμασίας και δράσης χρόνων ή ενεργών-μαζικών τοπικών οργανώσεων που κατάφεραν να στήσουν ισχυρούς δεσμούς, όπως μπορεί να κατάφερε το ΠΑΣΟΚ τις δεκαετίες ‘70-‘80. Μάλιστα αυτό αναμένεται να φανεί ακόμα πιο έντονα φέτος καθώς όλα δείχνουν ότι θα συντελεστεί μείωση των ποσοστών των υποψηφίων δημάρχων που στηρίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και νέα ενδυνάμωση των εκπροσώπων του παλιού δικομματισμού.

Σε γενικές γραμμές πάντως η οικονομική αφαίμαξη των Δήμων συνεχίστηκε με μείωση των κρατικών πόρων και αποψίλωσή των υπηρεσιών τους από προσωπικό. Η μνημονιακή προσαρμογή της τοπικής αυτοδιοικησης που διευκολύνθηκε από την ψήφιση του Καλλικράτη, έφερε την απόλυτη σύνδεση των «τοπικών» ζητημάτων με τη δημοσιονομική κρατική πολιτική και περιόρισε – αν δεν εξαφάνισε – τη δυνατότητα άσκησης διαφορετικής και πιο φιλολαϊκής πολιτικής σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Από την άλλη, οι Δήμοι στα χρόνια της κρίσης μετασχηματίστηκαν σε επιχειρηματικές δομές που αναζητούν αυτοτελώς και ανταγωνιστικά πόρους από το ΕΣΠΑ, από τις Περιφέρειες και το κράτος, ή και από την Ευρωπαϊκή Ένωση απευθείας. Υπάρχει μια σταθερή διαδικασία από-πολιτικοποίησης και «εσπατζοποίησης» των δημοτικών συμβουλίων και ευρύτερα της δημοτικής διοίκησης με εμβληματικά παραδείγματα τις «εναλλακτικές» διοικήσεις Καμίνη και Μπουτάρη στους δύο μεγαλύτερους δήμους της χώρας. Σε κάθε περίπτωση το μνημονιακό πλαίσιο θεωρείται δεδομένο, οι αρμοδιότητες και δυνατότητες των δημοτικών αρχών για άσκηση μιας διαφορετικής κοινωνικής και χωρικής πολιτικής παρουσιάζονται ως περιορισμένες και άρα, το βασικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης είναι η διαχείριση, η διαπλοκή και η δυνατότητα εξεύρεσης ευρωπαϊκών πόρων. H πολιτική έτσι μετατρέπεται σε «πολιτικές» και οι πολιτικές μεταφράζονται σε «δράσεις», μέσα από μια αλυσίδα αλλεπάλληλων μεταλλάξεων, όπου κυριαρχεί ένας κυκεώνας προγραμμάτων, υποπρογραμμάτων και επιλέξιμων δραστηριοτήτων.

 

4. Η συζήτηση για τις δημοτικές αρχές του ΚΚΕ. Το παράδειγμα Πελετίδη.

Ταυτόχρονα πρέπει να σκύψουμε περισσότερο πάνω από τα παραδείγματα των δημοτικών αρχών που ανήκουν στο ΚΚΕ, όπου τα πράγματα ήταν διαφορετικά, ειδικά στην περίπτωση του δημάρχου της Πάτρας, Κ. Πελετίδη. Θεωρούμε ότι χρειάζεται μια ψύχραιμη και χωρίς παρωπίδες εκτίμηση για τη διοίκηση της τρίτης μεγαλύτερης πόλης στην Ελλάδα. Είναι δεδομένο ότι μια σειρά από μέτρα υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας υιοθετήθηκαν, πολλές φορές σε σύγκρουση με το θεσμικό πλαίσιο και τις επιδιώξεις του κεντρικού κράτους και του κεφαλαίου, όπως είναι η επανασύνδεση του ρεύματος για λαϊκές οικογένειες, η εξασφάλιση ημερήσιας διατροφής για απόρους, η μείωση δημοτικών τελών για φτωχά νοικοκυριά, η άρνηση παραχώρησης κοινόχρηστων χώρων του Δήμου για τους οπαδούς της Χρυσής Αυγής, η δημόσια αποκατάσταση της πλαζ κ.α. Σε ένα βαθμό, δεν διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα για τους κατοίκους της πόλης ενώ πιθανώς και άλλοι Δήμαρχοι υλοποιούν κάποια από αυτά ανεξάρτητα από την πολιτική τους ταυτότητα. Προφανώς, ανεξάρτητα με την ιδεολογία του Δημάρχου οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και παραμένουν τέτοιοι και όσο η κρατική πολιτική καθορίζει τα όρια αυτονομίας των επιμέρους αρχών δεν μπορούν να γίνουν και θαύματα. Έχει όμως μια σημασία, ότι έστω τα ανεπαρκή αυτά μέτρα υλοποιούνται με μια πολιτική σύγκρουσης με το κεφάλαιο, τα μνημόνια και την Ε.Ε. Ότι δημιουργείται μια συνθήκη σύγκρουσης μεταξύ του Δήμου και των λαϊκών στρωμάτων που τον στηρίζουν από τη μια και της κεντρικής κυβέρνησης, της ΕΕ και της αστικής τάξης από την άλλη. Το να υποτιμάται αυτή η διάσταση, δείχνει μια ψυχρά «λογιστική» πολιτική λογική, που κοιτά μόνο τους αριθμούς αλλά χάνει την πολιτική διαπάλη γύρω από αυτούς.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά. Το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό οι δυνάμεις και δημοτικές αρχές του ΚΚΕ συνέβαλλαν στην αναβάθμιση της λαϊκής συμμετοχής και διεκδίκησης και διαμόρφωσαν όρους για την αμφισβήτηση του ασφυκτικού αντιλαϊκού πλαισίου του μνημονιακού κεντρικού και τοπικού κράτους. Εκεί βρίσκεται το πιο αδύναμο σημείο στις «αριστερές δημαρχίες» του ΚΚΕ. Στο να περάσουμε από τον «αγωνιστή Δήμαρχο» με ορισμένες κατακτήσεις, στην αγωνιζόμενη τοπική κοινωνία ενάντια στο κεντρικό κράτος, το κεφάλαιο και την ΕΕ. Με αυτό τον τρόπο, ανακύπτει το πιο θεμελιώδες ερώτημα: Ποια είναι τα όρια μιας αριστερής ή και αντικαπιταλιστικής δημαρχίας; Μπορεί να υπάρξει κάποια τέτοια; Υπάρχει νόημα στο να επιδιώκει η αντικαπιταλιστική ριζοσπαστική αριστερά να κερδίσει εκτός από δημοτικούς συμβούλους αντιπολίτευσης, ακόμα και την ίδια τη δημοτική αρχή; Σε ένα οικονομικό και κοινωνικό τοπίο όπως αυτό της Ελλάδας της κρίσης μπορεί να υπάρξει κάτι πραγματικά διαφορετικό;. Εμείς ισχυριζόμαστε πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό και θα πρέπει να είναι στοιχείο διαμόρφωσης πολιτικής φυσιογνωμίας και λόγου. Και θα προσπαθήσουμε να στηρίξουμε αυτή την άποψη στη συνέχεια του κειμένου.

 

5. Αντικαπιταλιστική αριστερά: «Φιλολαϊκή διαχείριση» VS «Όλα είναι κράτος».

Ερχόμενοι λοιπόν στα του χώρου μας, καταρχήν δηλώνουμε αντίθετοι και αντίθετες σε μια -γενικώς και αορίστως- αντιεκλογική ρητορική, την οποία υιοθετούν με πολλές δόσεις βερμπαλισμού δυνάμεις της αντ. Αριστεράς. Είναι αυτή η ρητορική που καταλήγει τελικά στο να νοηματοδοτεί έμπρακτα τις εκλογές ως εκείνο το πολιτικό σημείο με τη μεγαλύτερη σημασία από όλα τα υπόλοιπα. Αφού το μεταχειρίζεται ως το βάθρο της αυτοπραγμάτωσης, της αυτοπροβολής και της διαφύλαξης της πολιτικής καθαρότητας, το θλιβερό μέτρο της μικροηγεμονίας εντός του ολοένα και περαιτέρω συρρικνούμενου χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Αυτή η λογική δεν είναι «πιο επαναστατική» επειδή δεν καταφέρνει να έχει σοβαρά εκλογικά αποτελέσματα και σε τελική ανάλυση, δεν αποτελεί τίποτε άλλο, πέρα από την άλλη όψη του κοινοβουλευτικού κρετινισμού εντός της αριστεράς.

Εμείς μπροστά στη μάχη των δημοτικών εκλογών επιδιώκουμε να διεγείρουμε τα ερωτήματα και τη δημιουργική αναζήτηση σχετικά με την προοπτική και το μέλλον της Αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος και ειδικά για τον τρόπο που η παρέμβαση «στα τοπικά» συνδέεται με μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική στρατηγική. Θέλουμε να «ξύσουμε» την επιφάνεια μιας απλοϊκής αντιπαράθεσης μεταξύ της ανέφικτης «φιλολαϊκής διαχείρισης» και του «όλα είναι κράτος» και άρα «έχουμε παντού την ίδια γραμμή». Η αναγνώριση του δομικού μετασχηματισμού της «τοπικής αυτοδιοίκησης» αρχικά σε τοπικό κράτος και σήμερα σε μνημονιακά προσαρμοσμένο επιχειρηματικό, αντιδραστικό θεσμό, είναι μια αναγκαία αφετηρία ενός αριστερού πολιτικού προγράμματος και της δράσης με την οποία αυτό οφείλει να συνδεθεί. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δε συνιστά επαρκές πολιτικό πρόγραμμα, ούτε και καμία τρομερά καινοτόμα θεωρητική επεξεργασία. Όποιος και όποια έχουν εμπειρία από τοπικά κινήματα και δημοτικές παρεμβάσεις, κατανοούν πολύ καλά ότι ο τρόπος που ξεδιπλώνονται οι αντιθέσεις, αναδιαμορφώνονται οι συσχετισμοί και αποτυπώνονται οι κοινωνικές διεκδικήσεις σε τοπικό επίπεδο (ακόμα και εντός ενός δημοτικού συμβουλίου) είναι έντονα διαφορετικός από το κεντρικό, κυβερνητικό- κοινοβουλευτικό επίπεδο. Η πίεση που τίθεται από την ίδια την κινηματική ενεργοποίηση είναι τέτοια που δε μπορείς να αρκεστείς στον ρόλο της καταγγελίας και καταψήφισης των διάφορων αντιλαϊκών μέτρων. Αυτό ήταν ένα όριο στο οποίο έφτασαν οι περισσότερες δημοτικές μας κινήσεις.

Η εμμονική επανάληψη του «αντιδιαχειριστικού χαρακτήρα» των σχημάτων δεν προσφέρει κάτι ιδιαίτερο στο ξεπέρασμα αυτού του ορίου. Ορθώς προσπαθεί να οριοθετηθεί θεμελιωδώς από τις διάφορες εκδοχές «αριστερής διαχείρισης», ωστόσο είναι ακατανόητος μικρομεγαλισμός να νομίζουμε ότι οι κινήσεις μας με ποσοστά της τάξης του 3% και 4% θα κληθούν να διοικήσουν. Το πιο δύσκολο ερώτημα -στο οποίο οι γενικές αφετηριακές τοποθετήσεις δεν απαντούν- είναι: Πώς θα συμβάλλει η παρέμβασή μας εντός και εκτός του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου ώστε να επιτευχθούν κατακτήσεις υπέρ του εργαζόμενου κόσμου και της νέας γενιάς; Με ποιο πρόγραμμα και με ποια παρέμβαση θα προστατευτεί ο δημόσιος χώρος, θα διατηρηθεί η λαϊκή περιουσία ενάντια στο ξεπούλημα, θα ενισχυθεί ο πολιτισμός και ο αθλητισμός; Πώς θα δημιουργηθούν δομές αλληλεγγύης και κοινότητες διεκδίκησης, πώς θα επιβληθούν μέτρα υπέρ των πιο αδύναμων στρωμάτων; Το ζήτημα είναι το ποια συμφέροντα θα βάλουμε μπροστά. Έτσι διαχωριζόμαστε στην πράξη από τη διαχείριση. Αντικαπιταλιστικό είναι αυτό που αντιπαρατίθεται με τις επιδιώξεις του κεφαλαίου στο συγκεκριμένο κάθε φορά πεδίο όχι αυτό που αυτοπροσδιόριζεται ως τέτοιο στα κείμενα όλο και περισσότερες φορές.

 

6. Για μια άλλη αντ-αγωνιστική φυσιογνωμία στα τοπικά κινήματα

Σε αυτή τη βάση θα επιδιώξουμε να καταθέσουμε κάποιες σκέψεις, ακολουθώντας τη βασική αρχή που θέσαμε ως Αναμέτρηση από την αρχή. Την ανάγκη διαλόγου, αναστοχασμού και δημιουργικής αναζήτησης εντός της Αριστεράς χωρίς να θεωρούμε τίποτα απαγορευμένο, θέσφατο ή αιτία πολέμου. Μακάρι να διακατείχε αυτό το πνεύμα όλες τις πολιτικές διεργασίες των τελευταίων ετών.

Σκέψη Α: Εντός της εξουσίας του κεφαλαίου και ειδικά εντός του ασφυκτικού ευρωμνημονιακού πλαισίου, πραγματική εργατική ή λαϊκή διοίκηση και αυτοδιοίκηση σε τοπικό επίπεδο δεν μπορεί να υπάρξει.

Σκέψη Β: Για το σύνολο των αριστερών, ριζοσπαστικών και αντικαπιταλιστικών κινήσεων σε πόλεις και περιφέρειες, το ενδεχόμενο να κληθούν να αναμετρηθούν με το ερώτημα της διοίκησης άμεσα είναι σε αυτή την περίοδο ανέφικτο. Αυτό κάνει είτε αυτή τη συζήτηση σε ένα βαθμό φλύαρη, είτε καθιστά αναγκαία την κατάθεση και της σκέψης γ.

Σκέψη Γ: Καμία σχέση δεν μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε μια γραμμή αναμέτρησης και ανατροπής με διάφορα προεκλογικά ή μετεκλογικά σενάρια συμμαχίας ή συμπόρευσης με παλαιομνημονιακά (ΝΔ- ΠΑΣΟΚ και φίλοι/ες) ή νεομνημονιακά (ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ και φίλοι/ες) δημαρχιακά σχέδια στο πλαίσιο των αναγκαίων «συναινέσεων» του Κλεισθένη. Σαφώς, το ερώτημα δεν τίθεται με τον ίδιο τρόπο σε περιπτώσεις όπως του ΚΚΕ.

Σκέψη Δ: Παρότι θα μπορούσαμε να καλυφτούμε με τις προηγούμενες τρεις σκέψεις, είμαστε βαθιά πεισμένοι και πεισμένες ότι ούτε αρκούν για να καλύψουν τις αναζητήσεις του εν δυνάμει μπλοκ της ρήξης, ούτε συνιστούν μια πολιτική γραμμή που ανοίγει δρόμους προς το μέλλον της αντικαπιταλιστικής αναμέτρησης. Για αυτό ρισκάρουμε να καταθέσουμε και τη σκέψη ε.

Σκέψη Ε: Θα μπορούσε το τοπικό επίπεδο, η πόλη και η γειτονιά, ακόμα και στο επίπεδο της δημοτικής αρχής, να αποτελέσει έναν κεντρικό κρίκο για το ξεδίπλωμα μια συνολικής αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής στρατηγικής; Χωρίς να τρέφουμε καμία αυταπάτη για την πιθανότητα «κομμουνοποίησης» των Δήμων και χωρίς να έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, τολμούμε να απαντήσουμε θαρρετά «ναι». Γιατί το ερώτημα δεν τελειώνει στο αν μπορεί να υπάρξει αριστερή διαχείριση των Δήμων, αλλά συνεχίζει στο αν μπορεί η διεκδίκηση και η κατάκτηση της τοπικής πολιτικής εξουσίας να συμβάλλει στην επιβολή κατακτήσεων και στην ενίσχυση των διεκδικήσεων απέναντι στο κεντρικό κράτος και την ΕΕ στο πλαίσιο του συνολικού αντικαπιταλιστικού αγώνα. Μπορεί να γίνει εργαλείο της λαϊκής πάλης; Μπορεί να δημιουργήσει μια κοινότητα αγώνα, δημοκρατίας, λαϊκής ενεργοποίησης και αλληλεγγύης. Μπορεί να λειτουργήσει ως το πολιτικό κέντρο που δεν καταστέλλει αλλά ενισχύει και εκπροσωπεί τα τοπικά κινήματα και τις λαϊκές διεκδικήσεις έναντι στο κεφάλαιο και το κεντρικό κράτος; Θα μπορούσε το δημοτικό συμβούλιο να μοιάζει λιγότερο με παράρτημα του κοινοβουλίου και περισσότερο σαν συσσωρευμένη και οργανωμένη έκφραση της λαϊκής βούλησης και των κινημάτων;

Καταλαβαίνουμε προφανώς τη δυσκολία όλων των παραπάνω, δεν υπονοούμε ότι τίθεται στις προσεχείς εκλογές αυτό το ερώτημα. Όμως μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική πολιτική που αξιοποιεί την πλούσια ελληνική και διεθνή εμπειρία ως προς τον αγώνα σε επίπεδο πόλης και γειτονιάς, δεν μπορεί να μην ακολουθήσει τέτοιες γραμμές θεωρητικής αναζήτησης και πρακτικών πειραματισμών αλλά να αρκείται στη γενική αντικαπιταλιστική τοποθέτηση. Η ανάγκη επεξεργασίας και προώθησης προγραμμάτων και ανταγωνιστικών μορφών λαϊκής και τοπικής αυτοοργάνωσης και δημοκρατίας, δεν έρχεται σε αντιπαράθεση αλλά τουναντίον πρέπει να συμπληρώνεται από το ερώτημα αν μια δημοτική αρχή μπορεί να μετατραπεί από μνημονιακό διαχειριστή σε εργαλείο διεκδίκησης, αμφισβήτησης και προώθησης μορφών τοπικής δημοκρατίας. Πώς μπορούν να οργανωθούν σε τοπικό επίπεδο τα πολλαπλά υποκείμενα της χειραφέτησης και να ορθωθούν από το επίπεδο της αντίστασης / διεκδίκησης μέχρι και στο επίπεδο της εξουσίας. Πώς μπορεί να οργανωθεί μια εξεγερμένη πόλη;

 

7. Η σημερινή απογοητευτική κατάσταση στην αντικαπιταλιστική αριστερά

Κατανοούμε ότι όλα τα παραπάνω φαντάζουν και είναι θεωρητικές ασκήσεις, όσο η κατάσταση της Αριστεράς παραμένει στα σημερινά επίπεδα. Ξέρουμε ότι το πρώτο καθήκον που καλούμαστε να σηκώσουμε, είναι η διάσωση, διατήρηση και ενδυνάμωση των υπαρχόντων σχημάτων και των κινήσεων πόλης. Ο πρώτος κάβος που πρέπει να ξεπεράσει ο χώρος είναι η δυνατότητα επανασυσπείρωσης του αγωνιστικού δυναμικού που στήριξε τα σχήματα εκλογικά, πολιτικά και κινηματικά τα τελευταία χρόνια. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέγραψε μια σειρά από πολύ σημαντικές επιτυχίες στις προηγούμενες δημοτικές και περιφερειακές εκλογές κερδίζοντας έδρες στην πλειοψηφία των κατεβασμάτων της. Αυτό ήταν αποτέλεσμα τεσσάρων βασικών παραγόντων. α) Της γενικής αύξησης της επιρροής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ειδικά στην πιο «ελεύθερη» ψήφο των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, β) Της σημαντικής δουλειάς που είχαν κάνει πολλά από τα δημοτικά σχήματα σε όλο το διάστημα των αντιμνημονιακών αγώνων, γ) Της πολύ κομβικής ενωτικής προσπάθειας που έγινε σε πολλές περιπτώσεις και αποτυπώθηκε σε επιλογές προσώπων, συγκροτήσεις νέων σχημάτων, διαμόρφωσης «κουλτούρας» συνεργασίας σε τοπικό επίπεδο και δ) Της συνθήκης κρίσης και αναδιοργάνωσης του τοπικού πολιτικού συστήματος και της σχετικής φθοράς των κατεστημένων μηχανισμών. Σήμερα, και οι τέσσερις αυτοί παράγοντες ισχύουν σε πολύ μικρότερο βαθμό, κάτι το οποίο δημιουργεί το φόβο για σοβαρή πτώση.

Το σημαντικότερο στοιχείο, φυσικά, δεν είναι η ειδική κατάσταση κάθε σχήματος, η οποία πρέπει να αναλυθεί με ειλικρίνεια στις συνελεύσεις που πραγματοποιούνται ή θα ακολουθήσουν, αλλά η γενική κατάσταση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και των μετωπικών, συνδικαλιστικών ή τοπικών εγχειρημάτων της. Η αδυσώπητη μάχη ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΛΑΕ, αλλά και οργανώσεων εντός ΑΝΤΑΡΣΥΑ (βλέπε πρόσφατη αντιπαράθεση ΝΑΡ – ΣΕΚ για δήμο Αθήνας κλπ), ο κατακερματισμός του ανατρεπτικού αριστερού μπλοκ εντός και εκτός αυτών των μετώπων και η γενική άρση κάθε διάθεσης και προσπάθειας για μια ενωτική – μετωπική – μαχητική ανατρεπτική αριστερά ως αντίπαλου δέους στο «ενιαίο κόμμα των μνημονίων», οδήγησε σε γενική οπισθοχώρηση όλων των μορφών συγκρότησης, σε απογοήτευση και αποστράτευση που απειλεί ακόμα και την ύπαρξη πολλών σημαντικών σχηματισμών.

Η παραπάνω συνθήκη ρίχνει βαριά τη σκιά της πάνω από την αναγκαία συζήτηση για το τι σημαίνει αντικαπιταλιστικός αγώνας και ταξική σύγκρουση σε τοπικό επίπεδο σήμερα. Η συζήτηση και η αναζήτηση είναι εξαιρετικά ρηχή και επαναλαμβανόμενη και η μεθοδολογία απλοϊκή και εύκολη. Βασίζεται φυσικά σε κάποιες σημαντικές παραδοχές, για τη σχέση της τοπικής αυτοδιοίκησης με το κράτος ή για το ρόλο της ΕΕ και των μνημονιακών μέτρων. Όμως αρκεί αυτό για την επεξεργασία του προγράμματος και της πολιτικής πρότασης των σχημάτων μας; Διαμορφώνει το πλαίσιο αιτημάτων, διεκδικήσεων που πρέπει να παλευτούν σε κάθε Δήμο και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να κερδηθούν κατακτήσεις; Η υπερπροβολή της αδυναμίας φιλολαϊκής διαχείρισης των Δήμων και των Περιφερειών, σχεδόν μας έκανε να μην ξέρουμε τι να διεκδικήσουμε και πώς, καταλήγοντας σε πολλές περιπτώσει στο να παρακολουθούμε τις εξελίξεις επαναλαμβάνοντας τις πολιτικές μας θέσεις και καταψηφίζοντας τις διάφορες εισηγήσεις, παρά να συγκροτούμε τοπικές διεκδικήσεις. Όμως το ερώτημα συνεχίζει να τίθεται: Πώς μπορούν οι δυνάμεις μας να συγκροτήσουν μια πραγματική αριστερή, μαχητική και συμπεριληπτική αντιπολίτευση; Πώς μπορούν να μην αρκούνται στην επανάληψη «σωστών δηλώσεων» αλλά να συγκροτούν και να επιδιώκουν να επιβάλουν ένα ταξικό πρόγραμμα σύγκρουσης και αλληλεγγύης;

Κυριαρχεί η μικροπολιτική, οι οργανωτικοί ηγεμονισμοί και ο κομματοκεντρισμός σε βάρος της υγιούς δημοκρατικής, ανεξάρτητης και από τα κάτω συζήτησης, συνδιαμόρφωσης και απόφασης. Η διαρκής και πανταχού παρούσα αντιπαράθεση ΑΝΤΑΡΣΥΑ- ΛΑΕ με βασικούς πόλους το Αριστερό Ρεύμα και Νέο Αριστερό Ρεύμα, μαζί με τις σκιαμαχίες και τα «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» που τη συνοδεύουν, επικαθορίζει τα πάντα. Και οι δύο κινούνται γύρω από τη λογική του “να μαζέψουμε ότι μαζεύεται γύρω από το μέτωπο μας”, με όρους δήλωσης πίστης. Ξαφνικά, όσο πλησιάζουμε στις εκλογές το κάθε σχήμα καλείται να κάνει αποκλειστικά γενική πολιτική και να απαντήσει λίγο ως πολύ σε κάθε πολιτικό ερώτημα που έχει τεθεί στα χρόνια της κρίσης. Και όχι τόσο με βάση τα κινήματα και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση τοπικά και εθνικά αλλά κυρίως με βάση τα ερωτήματα που έχουν αναδείξει αυτοί οι δύο πόλοι ως σημαντικά προκειμένου σε κάθε φάση να διαχωρίζονται. Πετιούνται στα σκουπίδια τα προγράμματα, οι φυσιογνωμίες και οι δημοκρατίες, η ανεξαρτησία των σχημάτων, η ιστορική τους διαμόρφωση και η εμπλοκή του πραγματικού κόσμου των τοπικών κινημάτων και μοναδικό κριτήριο για τη συμμετοχή του ενός είναι η μη συμμετοχή των άλλων. Αυτό είναι και ένα απλό δείγμα εν τέλει της αντίληψης των δυνάμεων του εξωκοινοβουλίου για την παρέμβαση στο χώρο και τη γειτονιά. Ως Αναμέτρηση διαρκώς δεχόμαστε την καταγγελία ότι το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να «παντρέψουμε» τη ΛΑΕ με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να «νερώσουμε» το αντικαπιταλιστικό κρασί με ρεφορμιστικό ή και εθνικιστικό νερό. Ίσως να προσπερνούσαμε αδιάφορα τη βαρετή αυτή επανάληψη (έχουμε δηλώσει άλλωστε ότι εμείς έναν άλλο αριστερό πολιτισμό αναζητούμε) αν δεν βλέπαμε πως το επιχείρημα αυτό γίνεται το βασικό άλλοθι για μια «βίαιη» αναπροσαρμογή και για μια συντηρητική αμφισβήτηση του δυναμικού και πολύμορφου συσπειρωσιακού χαρακτήρα των σχημάτων στο έδαφος μιας αυτοαναγορευόμενης «καθαρής» αντικαπιταλιστικής φυσιογνωμίας, που δε βασίζεται στο περιεχόμενο, την κινηματική παρουσία κ.α. αλλά στη συμμετοχή ή μη της μιας ή της άλλης οργάνωσης. Από τη μεριά μας δηλώνουμε πως θα υπερασπιστούμε τη φυσιογνωμία των κοινοτήτων αγώνα, της συνελευσιακής δημοκρατικής συγκρότησης των δημοτικών και περιφερειακών σχημάτων ενάντια τόσο στις λογικές των σχημάτων-παρατάξεων όσο και των σχημάτων-φαντασμάτων ατομικής προβολής προσωπικοτήτων. Φυσικά και ενάντια σε κάθε είδους παρατάξεων- παραγόντων προεκλογικών και μετεκλογικών δημαρχιακών παζαριών.

 

8. Η δική μας συμβολή: Παραδείγματα και προτάσεις για αλλαγή σελίδας

Ως Αναμέτρηση, έχουμε μέχρι σήμερα πει αρκετά και έχουμε καταφέρει να κάνουμε λίγα, το αναγνωρίζουμε. Όμως, όσα είπαμε ισχύουν. Τα πιστεύουμε και τα λέμε ακόμα και με όσες δυνάμεις έχουμε προσπαθούμε σταθερά να τα υλοποιήσουμε. Όσα μπορούμε, όσα μας αναλογούν, όσα πιστεύουμε ότι μπορούν να φτιαχτούν σωστά και να δείξουν ένα διαφορετικό δρόμο.

Το γράψαμε και παραπάνω, κατηγορούμαστε άδικα για επαναφορά της κουβέντας του ‘15 ή / και για θέληση να δημιουργήσουμε με το ζόρι συγκολλήσεις εκεί που δεν υπάρχουν όροι. Η αλήθεια είναι ότι εμείς βλέπουμε πως υπάρχουν δυνατότητες συσπείρωσης αγωνιστών και δυνάμεων, μέσα από μια διαφορετική μεθοδολογία και απεύθυνση. Δεν είναι καμία φοβερή αποκάλυψη, ότι δεν μας εκφράζει η σημερινή κατάσταση της Αριστεράς, ότι δεν θεωρούμε τέλος της διαδρομής την παγιωμένη κατάσταση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη ΛΑΕ ή τη συγκόλλησή τους. Για αυτό με σταθερότητα θα υπερασπιζόμαστε την ανάγκη και δυνατότητα ανατρεπτικής συμπόρευσης και ενότητα με όλο των αγωνιζόμενο κόσμο και τις δυνάμεις της ρήξης, εντός κι εκτός των υφιστάμενων μετώπων της Αριστεράς. Μας ενδιαφέρει η ανασυγκρότηση και η νέα συσπείρωση αγωνιστών και δυνάμεων και αρνούμαστε να αποτελέσουμε τους νεροκουβαλητές μιας λογικής ήττας, μιζέριας και απογοήτευσης. Μας κατηγορούν για συμπόρευση με τη ΛΑΕ που είναι το α ή το β κακό. Μετά μας κατηγορούν γιατί φεύγουμε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή τη διασπάμε και ότι έχουμε στενές σχέσεις με την ΟΝΡΑ. Αργότερα, δεχόμαστε επίθεση για την συμπόρευσή μας με τον πιο παραδοσιακό «αντιιμπεριαλιστικό χώρο» ή τις προερχόμενες από το ΚΚΕ δυνάμεις. Άλλες φορές, λένε ότι γινόμαστε ουρά της Αναρχίας, του κινηματισμού και των Εξαρχείων και τους δίνουμε έδαφος «να κάνουν εισοδισμό».

Χωρίς άγχος απαντάμε: Ναι είμαστε όλα αυτά. Ή τουλάχιστον το προσπαθούμε όπου έχει νόημα. Να είμαστε όλα αυτά που εκνευρίζουν τους κάθε λογής ιδιοκτήτες / θεματοφύλακες της καθαρότητας. Να συνεχίσουμε να προσπαθούμε για κοινά βήματα στο κίνημα καταρχήν αλλά και σε κάθε πεδίο που έχει νόημα. Όπου πιστεύουμε ότι με ένα ανατρεπτικό περιεχόμενο, με μαχητική και ενωτική φυσιογνωμία και με μια ειλικρινή κουλτούρα διαλόγου, συμπόρευσης και συντροφικότητας στη μάχη, μπορούμε να συμβάλλουμε -έστω και σε ένα μικρό ποσοστό- να φτιαχτεί ο μεγάλος ωκεανός μιας νέας κομμουνιστικής απόπειρας. Κι έχουμε και κάποια -λίγα έστω- παραδείγματα που αυτή η λογική δεν είναι απλά ένα ενωτικό ευχολόγιο, αλλά γίνεται πραγματική δύναμη δημιουργίας: Στο αντιιμπεριαλιστικό – αντιπολεμικό κίνημα (με προσπάθειες όπως του Π.Α.Κ.Σ. ή και επιμέρους πρωτοβουλίες – συσπειρώσεις για Βενεζουέλα, Παλαιστίνη, Ντονμπάς κλπ). Στο μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα (με πολύπλευρες απαντήσεις και κοινή δράση – συντονισμό κομμουνιστικών και αναρχικών δυνάμεων / συλλογικοτήτων). Στο εργατικό ειδικά σε κλάδους με αυξημένη βαρύτητα στις νέες γενιές που μπαίνουν στην παραγωγή (με νέες εργατικές συλλογικότητες όπως στους κλάδους πληροφορικής – τηλεπικοινωνιών). Αλλά και γύρω από το θέμα που μας απασχολεί ειδικά σε αυτή την ανακοίνωση, στο κίνημα της πόλης, της γειτονιάς στο επίπεδο δημοτικών κινήσεων: Η Πόλη Ανάποδα στο Δήμο Θεσσαλονίκης, αυτό το νέο και ελπιδοφόρο στοίχημα, ή δημοτικά σχήματα όπως στο Αιγάλεω, στην Αγία Παρασκευή και στην Καλλιθέα, είναι τέτοια παραδείγματα. Δεν τα «πλασάρουμε» σαν καταγραφές όπως συνήθως γίνεται, είναι δυναμικές, ανεξάρτητες και αντιφατικές συλλογικότητες αγώνα, στις οποίες εμείς απλά συμμετέχουμε. Όμως τουλάχιστον συμμετέχουμε με χαρά, και αυτό είναι σημαντικό στην εποχή μας. Τα ενωτικά κατεβάσματα με υγιή τρόπο, για από τα κάτω πραγματικές συσπειρώσεις αγωνιστών είναι και η πραγματική έμπρακτη κριτική που ασκούμε απέναντι στις βασικές γραμμές του παραλογισμού.

 

9. Για τον πυρήνα του περιεχόμενου του αντικαπιταλιστικού αγώνα σε τοπικό επίπεδο

Κλείνοντας παραθέτουμε παρακάτω κάποιες μόνο πλευρές ενός προγράμματος συσπείρωσης του φτωχού-λαϊκού κόσμου, του κόσμου των κινημάτων, των εργαζομένων-ανέργων-μεταναστών και της νεολαίας στο επίπεδο της γειτονιάς:

Ο αγώνας για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια της πληττόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας. Για να μη μένει κανείς και καμία μόνοι απέναντι στην κρίση. Η πάλη για το ψωμί, τη δουλειά, τη στέγη. Για τη δημιουργία δεσμών και δομών ταξικής αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, για κοινό αγώνα στη γειτονιά και τους χώρους δουλειάς ενάντια στη σύγχρονη βαρβαρότητα. Για να μη μείνει καμία οικογένεια χωρίς ρεύμα, χωρίς σπίτι, χωρίς τα αναγκαία για να ζήσει.

Ο αγώνας για τη διεκδίκηση της τοπικής δημοκρατίας, της κυριαρχίας και της συμμετοχής των κατοίκων επί των ζητημάτων της πόλης και του τόπου τους, της διαφάνειας και της ιεράρχησης των αναγκών της πληττόμενης πλειοψηφίας πάνω από τις μνημονιακές δεσμεύσεις και τις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες.

Ο αγώνας για τη διατήρηση και αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών και δομών των Δήμων με επαρκείς πόρους και προσωπικό για την εξυπηρέτηση των τεράστιων αναγκών ειδικά των πιο αδύναμων κοινωνικά κομματιών.

Ο αγώνας για υπεράσπιση της δημόσιας παιδείας, υγείας, περίθαλψης και της ποιοτικής και δωρεάν παροχής τους σε όλη την κοινωνία. Η πάλη για την παροχή τους από το κράτος, ενάντια στην μεταφορά της ευθύνης στους Δήμους και την κάλυψη των αναγκών από ΕΣΠΑ κ.α.

Ο αγώνας ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, είτε πρόκειται για υπηρεσίες (όπως το πράσινο, τα σκουπίδια κ.α.) είτε για υποδομές, κτίρια, δημόσιους χώρους (με αποκορύφωμα τη μεταφορά των ακινήτων στο Υπερταμείο).

Ο αγώνας ενάντια στην καταστροφή της φύσης και του περιβάλλοντος, την επιχειρηματικοποίηση και ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου, την υφαρπαγή των κοινών αγαθών.

Ο αγώνας ενάντια στις πόλεις που φτιάχνονται χωρίς εμάς, για τους επενδυτές, τους τουρίστες (εναλλακτικούς και μη), το κατασκευαστικό κεφάλαιο και τους επιχειρηματίες. Για την πόλη των κοινωνικών αναγκών, τη πόλη των από κάτω.

Ο αγώνας ενάντια στις απολύσεις και την ελαστική εργασία στους Δήμους, η πάλη για προσλήψεις με μόνιμη και σταθερή εργασία ενάντια στο καθεστώς μόνιμης ομηρείας, συμβάσεων και «ωφελούμενων».

Ο αγώνας ενάντια στο ρατσισμό, την ξενοφοβία και την εκμετάλλευση μεταναστών και προσφύγων. Η πάλη για να γίνουν οι γειτονιές μας εστίες αλληλεγγύης και κοινού αγώνα Ελλήνων και ξένων εργαζομένων ενάντια στην εκμετάλλευση, την καταπίεση και τους ιμπεριαλιστικού πολέμους.

Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό και τη Χρυσή Αυγή. Η διαρκής μαζική και μαχητική πάλη ενάντια στην ακροδεξιά και τον εθνικισμό, η διαρκής επιφυλακή και αυτοάμυνα ενάντια στα τάγματα εφόδου. Για να νικηθεί το δηλητήριο του φασισμού σε κάθε γειτονιά.

Ο αγώνας ενάντια στην καταστολή, τον αυταρχισμό, την αστυνομοκρατία, τη διαρκή επιτήρηση και έλεγχο. Για γειτονιές ελευθερίας, ανοιχτές στην αμφισβήτηση και την ανησυχία της νέας γενιάς.

Ο αγώνας ενάντια στο σεξισμό, την ομοφοβία και τις διακρίσεις. Για να γίνουν οι πόλεις μας ανοιχτές και συμπεριληπτικές, για να δημιουργηθεί μια ασπίδα προστασίας κάθε μορφής διαφορετικότητας ενάντια στη βία και τους αποκλεισμούς.

Ο αγώνας για ισότητα και ισότιμη πρόσβαση ενάντια σε κάθε μορφή διάκρισης και αποκλεισμού. Για να γίνουν οι πόλεις μας προσβάσιμες σε ανθρώπους με αναπηρία, για να μπορούν να ζήσουν ανθρώπινα όσοι και όσες αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας.

Ο αγώνας ενάντια στην αλλοτρίωση, τη μοναξιά, τη λουμπενοποίηση, τις εξαρτήσεις, τις συμμορίες. Η πάλη για να φτιαχτούν τα οράματα και οι ζωντανές κοινότητες αγώνα, συλλογικής έκφρασης και δημιουργίας, διεκδίκησης και απελευθερωτικού πολιτισμού.

 

Share This Articles
Πληκτρολογήστε λέξεις-κλειδιά και πιέστε το Enter.