Now Reading:

Εκλογές: Το βλέμμα στην επόμενη μέρα – Για μια νέα πολιτική πρωτοβουλία αντεπίθεσης

Α. Οι εκλογικές μάχες του 2019 και το τέλος μιας εποχής

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει τόσο με το αποτέλεσμα αυτοδιοικητικών και ευρωεκλογών, όσο και με αυτό που διαφαίνεται στον ορίζοντα για τις επερχόμενες εθνικές κάλπες, δεν είναι άλλο από το «σφράγισμα» και την εμπέδωση της υποχώρησης και της ήττας μιας ολόκληρης προηγούμενης περιόδου. Μιας περιόδου που χαρακτηρίστηκε από σφοδρούς αγώνες και διεκδικήσεις, καθώς και από σημαντική άνοδο του ριζοσπαστισμού, στα πλαίσια της καταστροφικής μνημονιακής διαχείρισης που γνώρισε η χώρα την πενταετία 2010 – 2015. Η ήττα αυτή εμφανίζεται με εμφατικό τρόπο σήμερα, όμως διάφορες πλευρές που την συγκρότησαν μπορούσαν να εντοπιστούν καθόλη τη διάρκεια των μνημονιακών χρόνων, ενώ «σημείο χωρίς επιστροφή» -όπως αποδείχτηκε- υπήρξε το καλοκαίρι του 2015 με τη γνωστή κατάληξη της μάχης του δημοψηφίσματος.

Η εικόνα των εκλογικών αποτελεσμάτων ορθά χρεώνεται στον ΣΥΡΙΖΑ και από μία σκοπιά θεωρείται «τιμωρία» για τον ίδιο, από έναν κόσμο που το προηγούμενο διάστημα τον εμπιστεύτηκε. Στην ουσία της όμως αποτυπώνει και υπογραμμίζει τη δύσκολη μεταμνημονιακή πραγματικότητα, όσον αφορά το ίδιο το λαϊκό κίνημα και κάθε έκφανση μαχητικής, ανατρεπτικής πολιτικής. Γιατί πράγματι η κατάληξη των αγώνων της δεκαετίας που πέρασε με τη θλιβερή μνημονιακή διαχείριση «στο όνομα της αριστεράς», κλόνισε τις προσδοκίες και τις ελπίδες μεγάλων κομματιών της κοινωνίας, δεν αποτύπωσε ουσιαστική βελτίωση της ζωής των εργαζόμενων και της νεολαίας με υλικούς όρους, κηλίδωσε και διαστρέβλωσε το ίδιο το νόημα και την ουσία του όρου «αριστερά», οδήγησε τον λαϊκό κόσμο στην αποστράτευση και την απογοήτευση. Έτσι εν τέλει άνοιξε ο δρόμος για την ενίσχυση και την επικράτηση των δυνάμεων της δεξιάς / ακροδεξιάς.


Β. Η ήττα της όλης αριστεράς

Το γεγονός ότι η ήττα δεν αφορά μόνο το θλιβερό πολιτικό προσωπικό που συγκροτεί τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ αλλά συνολικά τις διάφορες εκφάνσεις της αριστεράς είναι εμφανές τόσο στα νούμερα των εκλογικών αποτελεσμάτων (στασιμότητα για ΚΚΕ, παγίωση σε πενιχρά αποτελέσματα και περαιτέρω υποχώρηση για ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εξαύλωση ΛΑΕ, καθήλωση της υπόλοιπης εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς σε μηδαμινά ποσοστά), όσο και στην πραγματικότητα κινηματικής νηνεμίας και πολιτικής αμηχανίας / αναποτελεσματικότητας που υπήρξε πριν από αυτά.

Έτσι οτιδήποτε αριστερό, ριζοσπαστικό εμφανίστηκε πέραν του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε στο να τον ανταγωνιστεί ουσιαστικά μέσα στη φλόγα του αντιμνημονιακού λαϊκού ξεσπάσματος, όταν αυτός «επέβαλλε» την πρωτοκαθεδρία του στην εκπροσώπηση της ελπίδας και του αιτήματος για άμεση πολιτική αλλαγή. Στη συνέχεια δεν κατάφερε να γίνει περισσότερο ορατό και επικίνδυνο -όσο χρειαζότανε και αντιστοιχούσε- ως πραγματική επιλογή αντιπολίτευσης, έμπρακτης αμφισβήτησης και  εναλλακτικής πρότασης τους πρώτους μήνες «αριστερής» διακυβέρνησης όταν διαφαινόταν το αδιέξοδο και η κατάρρευση της ρητορικής ΣΥΡΙΖΑ. Και τέλος δεν κατόρθωσε σε καμία περίπτωση να συγκροτήσει μια νέα διαλεκτική κινηματικής αντεπίθεσης – πολιτικής ανασυγκρότησης το διάστημα μετά τον Σεπτέμβρη του 2015 όταν γινόταν πλέον πλήρως εμφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να δικαιώσει ουσιαστικά ούτε την κουτσουρεμένη δική του δήθεν «φιλολαϊκή» ρητορική σε κανένα επίπεδο.

Ουσιαστικά μιλάμε για το επιστέγασμα μιας πορείας τραγικών λαθών και ακόμη τραγικότερων ανεπαρκειών που βγήκαν στην επιφάνεια για την κομμουνιστική / αντικαπιταλιστική αριστερά σε κρίσιμες στιγμές του προηγούμενου διαστήματος. Είναι η αδυναμία και η άρνησή της να αλλάξει και να ωριμάσει μέσα σε συνθήκες πολιτικής ρευστότητας και αναταραχής. Για το ΚΚΕ η πεισματική άρνηση παρέμβασης με άμεσο, ενωτικό και μαχητικό τρόπο στην καρδιά πλατύτερων και ανεξέλεγκτων λαϊκών διεργασιών  (Δεκέμβρης, αντιμνημονιακοί αγώνες, αντιφασιστική δράση) που συνδέεται με την αντίστοιχη άρνηση να θέσει άμεσους πολιτικούς στόχους ρήξης προς την κοινωνία, έχει γίνει η ψυχή της πολιτικής του φυσιογνωμίας που καταφέρνει να το θωρακίζει από τη συζήτηση του «πως θα μπορούσε να είχε πάει αλλιώς» και του «τι έφταιξε». Για την υπόλοιπη αριστερά όμως η αποτυχία που περιγράφεται παραπάνω υπήρξε οδυνηρή πραγματικότητα που σφράγισε σε μεγάλο βαθμό την τροπή που πήραν τα πράγματα. Η συζήτηση που εντοπίζει αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να απουσιάζει από τις σημερινές επεξεργασίες.


Γ. Η επόμενη μέρα της αστικής διαχείρισης και η ενίσχυση του συντηρητισμού

Σε αυτό το φόντο δυνάμωσε αθροιστικά το φάσμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων που υποστηρίζουν πολιτικά την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, την ενίσχυση του νεοφιλελευθερισμού και την περαιτέρω αντιδραστικοποίηση. Ιδιαίτερο στοιχείο προς υπογράμμιση εντός αυτού του φάσματος αποτελούν οι δυνάμεις εκείνες (παρά τη σημαντική υποχώρηση της ΧΑ) που επιχειρούν να θέσουν επιτακτικά μία νέα ακροδεξιά αφήγηση της σκοταδιστικής Ελλάδας, του εθνικιστικού πολεμοκάπηλου μίσους απέναντι σε γειτονικούς λαούς, των κλειστών συνόρων, της ξενοφοβίας, της ομοφοβίας του μισογυνισμού και του ρατσισμού. Άλλωστε είναι η ίδια η ατζέντα των υποτιθέμενων «κεντρώων αστικών δυνάμεων» που κινείται αποφασιστικά δεξιότερα ενισχύοντας περαιτέρω αυτό το ρεύμα συντηρητισμού εντός της κοινωνίας. Έτσι η επόμενη μέρα της αστικής διαχείρισης συμπυκνώνεται στην πολυδιαφημιζόμενη «κυβέρνηση Μητσοτάκη», η οποία δεν έχει διστάσει να εξαπολύσει -πριν καν εκλεγεί- μια ρεβανσιστική ρητορική ενάντια στα δικαιώματα των εργαζόμενων και της νεολαίας. Στους μισθούς, στις συντάξεις, στα δημόσια αγαθά (υγεία, παιδεία, πολιτισμός) στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες. Αυτή τη ρητορική -που διαρκώς διανθίζει με ακροδεξιές πινελιές- απειλεί να εφαρμόσει η ΝΔ με τη βοήθεια των ακόμη πιο ακροδεξιών συμμάχων της. Αυτών που ακόμη κι αν ισχυρίζονται ότι δεν ταυτίζονται μαζί της, προωθούν την ίδια ατζέντα με πολύ πιο καθαρό στην εργαλειοθήκη τους το εθνικιστικό δηλητήριο.


Δ. Ενόψει των εκλογών της 7ης Ιούλη

Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να προτάξει σήμερα και υπό το βάρος του αποτελέσματος των ευρωεκλογών ένα πολιτικό φορτίο με κάποιο θετικό πρόσημο, οξύνει την προσπάθειά του να πολιτευτεί με ρητορική που θυμίζει κυβέρνηση Σαμαρά από την ανάποδη. «Δείτε τι έρχεται!» Αυτό είναι στην ουσία το βασικό σύνθημα της εκλογικής καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μία αυτή η καμπάνια φαντάζει τραγελαφική σε σύγκριση με «αυτό που ήρθε» και απέτυχε. Από την άλλη δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη ότι ένα κομμάτι του λαϊκού κόσμου εγκλωβίζεται πολλές φορές συνειδητά -χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες- σε αυτή τη λογική του μικρότερου κακού, σε ένα νέου τύπου διπολισμό – δικομματισμό ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Στην «καλύτερη» δυστυχώς αν υπάρχει ένα μικρότερο κομμάτι που αναζητεί την αποδυνάμωση της επερχόμενης νέας κυβέρνησης σε «κάτι αριστερό», αυτό φαίνεται να κινείται προς λύσεις τύπου Μέρα25 (Βαρουφάκης). Λύσεις δηλαδή που ενώ καταφέρνουν επικοινωνιακά να συνομιλήσουν με το ρεύμα ελπίδας και αλλαγής της περιόδου 2010 – 2015 στην ουσία καθηλώνουν τη συζήτηση στις ίδιες αδιέξοδες και μη πραγματικές κατευθύνσεις του ευρωατλαντικού πραγματισμού, της συνθηκολόγησης και της διαχείρισης της μιζέριας μιας «ανάπτυξης» που θα έρθει να μας σώσει.

Δεν νιώθουμε ότι έχουμε την ανάγκη και τη δυνατότητα να κουνήσουμε το δάχτυλο σε αυτές τις εκλογικές συμπεριφορές που αναπτύσσονται στο έδαφος της απογοήτευσης και της αποστράτευσης που έχει δημιουργηθεί. Να τις απειλήσουμε ή να τις κατηγορήσουμε για προδοσία. Άλλωστε με τους ανθρώπους που φαίνεται να κινούνται προς αυτές θα κληθούμε άμεσα και με μια κάποια προτεραιότητα να χτίσουμε τις αντιστάσεις της επομένης μέρας. Οφείλουμε όμως να τονίσουμε την εγγενή τους αναποτελεσματικότητα και επικινδυνότητα. Διότι οι εκλογές αποτελούν έναν δείκτη πολιτικών συμπεριφορών αλλά σε μεγάλο βαθμό παίζουν ρόλο και στο πως οι πολιτικές συμπεριφορές συγκροτούνται. Προς τα που κλίνουν οι συνειδήσεις, ποιες απόψεις υποχωρούν και ποιες ενισχύονται. Από αυτή τη σκοπιά ο περαιτέρω εγκλωβισμός στο δίπολο ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ ή σε λύσεις τύπου Βαρουφάκη ενισχύουν -μέχρι «την τελευταία στιγμή»- μια λογική παραίτησης από τα καθήκοντα της επόμενης μέρας, μια λογική παραίτησης από οποιαδήποτε φιλοδοξία ή δυνατότητα να ξαναεισβάλει μια πολιτική ρήξης και σύγκρουσης στο προσκήνιο. Αποπροσανατολίζουν και δεν συγκεντρώνουν δυνάμεις και συνειδήσεις πάνω στο πραγματικό ζητούμενο της επόμενης μέρας: την ενωτική και μαχητική αντιπολίτευση που θα χτίσει αντιστάσεις και θα επιχειρήσει να ξαναφέρει τις ανάγκες των εργαζόμενων και της νεολαίας στο προσκήνιο. Η άρνηση λοιπόν τέτοιων επιλογών, η απόρριψη του διπόλου ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ είναι μονόδρομος.

Δυστυχώς όμως στο πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να εκφραστεί με έναν θετικό τρόπο ενόψει των επερχόμενων εκλογών φαίνεται να έχουμε …«ξεμείνει από επιλογές». Στον χώρο της πραγματικής αριστεράς βασιλεύει μια προσπάθεια απόκρυψης, αποσιώπησης, στρουθοκαμηλισμού όσον αφορά τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες της. Μια ουσιαστική άρνηση διαδικασιών αυτοκριτικής με έμπρακτη ουσία. Μια τέτοια λογική όμως θα μπορούσε να είναι η μόνη αφετηρία έστω διορθωτικών κινήσεων, έστω και εν όψει των εκλογικών μαχών. Αντίθετα έχουμε μια διαρκή προσπάθεια του κάθε μικρού κέντρου να επιβεβαιώσει την αλήθεια του, να υποστηρίξει ότι κράτησε, ότι άντεξε και ότι αυτό θα είναι ο πόλος γύρω από τον οποίο θα συγκεντρωθούν οι προσπάθειες της επόμενης μέρας. Έτσι συναντιόμαστε καθημερινά με την ενίσχυση σεχταριστικών λογικών που καταλήγουν σε παραλυτικά τραγελαφικά αποτελέσματα ή με προτάσεις ενότητας χωρίς πραγματικό νόημα και ουσία. Ενώ οι όποιες αδύναμες προσπάθειες επιχειρούν να συγκεντρώσουν με ενωτικό και μαχητικό τρόπο δυνάμεις από τη σκοπιά μιας αλλαγής σελίδας φαίνονται πραγματικά πολύπλευρα υπονομευμένες εντός αυτής της σημερινής προεκλογικής κατάστασης.

Σε αυτό το φόντο οφείλουμε να κάνουμε μια πραγματική εκτίμηση: Αυτές οι εκλογές δεν αποτελούν με κανέναν τρόπο πραγματικό πεδίο δυνατότητας να εκφραστεί αξιοπρεπώς μια προσπάθεια ανασυγκρότησης και επανεκκίνησης των δυνάμεων αριστερής, αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αναφοράς. Οφείλουμε να μετατοπίσουμε αποφασιστικά τόσο χωρικά όσο και χρονικά το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, το πεδίο όπου θα κριθεί η «υπόθεση της επόμενης μέρας». Από αυτή τη σκοπιά της επίγνωσης της πραγματικότητας αλλά και της δικής μας φυσιογνωμίας αδυνατούμε να κλείσουμε το συγκεκριμένο σημείο με ένα κλασσικό «κάλεσμα ενίσχυσης ή στήριξης» έστω και με κριτικό τρόπο του ενός ή του άλλου ψηφοδελτίου. Οι δεσμοί μεγάλου κομματιού της Αναμέτρησης με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ένα προηγούμενο διάστημα, η αναγνώριση της συμβολής της στο παρελθόν έστω και με τις ανεπάρκειες που σημειώνουμε (και τις οποίες θεωρούσαμε ανοιχτά στοιχήματα μέχρι πριν από λίγο καιρό), οδηγούν αρκετούς σε κάποιο βαθμό στη στήριξή της, «τιμής ένεκεν» ή για «μια τελευταία φορά». Άλλες σκέψεις μπορεί να οδηγούν στην ψήφιση του ΚΚΕ για να ενισχυθεί μία αριστερή φωνή με την μεγαλύτερη απεύθυνση και άλλες στο άκυρο / αποχή. Καμία όμως από αυτές τις απρόθυμες επιλογές δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποπροσανατολίσει από τα πραγματικά επίδικα που θα κριθούν με διαφορετικό τρόπο ένα άμεσο επόμενο διάστημα.


Ε. Η επόμενη μέρα για το λαϊκό κίνημα και την κομμουνιστική αριστερά: Σηκώνουμε το γάντι

Ο πυρήνας αυτού που θα μπορούσε πραγματικά να είναι μια λογική υπέρβασης της γενικευμένης αριστερής αδυναμίας δεν μπορεί καταρχήν παρά να διαπερνάται από μία νέα διαλεκτική κινηματικής  αντεπίθεσης  και επαναφοράς της κεντρικής πολιτικής αντιπαράθεσης με όρους εναλλακτικής, προοπτικής ρήξης και σύγκρουσης.

Να έρθει στο προσκήνιο με πραγματικά ανταγωνιστικό τρόπο η ατζέντα του κόσμου της εργασίας σημαίνει καταρχήν να αναποδογυριστεί με όρους χτισίματος κινηματικών εστιών αντίστασης και διεκδίκησης ο διπολισμός ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ γύρω από τα κρίσιμα ζητήματα που τίθενται στην ίδια τη ζωή αλλά και τη σημερινή προεκλογική συζήτηση. Τα ζητήματα των κλαδικών συμβάσεων και του εργατικού εισοδήματος. Της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και τρομοκρατίας, των απειλών για απολύσεις και ξεπούλημα ολόκληρων τομέων του δημοσίου, των αντιλαϊκών αλλαγών στο ασφαλιστικό, της καταστροφής του περιβάλλοντος, της ιδιωτικοποίησης των κοινών αγαθών, της επίθεσης στον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας, της επίθεσης στις ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα, της όξυνσης του κρατικού και παρακρατικού ρατσισμού, του βαθέματος της πρόσδεσης της χώρας στις ευρωατλαντικές επιδιώξεις και τα φιλοπόλεμα σχέδια στην ευρύτερη περιοχή.

Το γάντι βρίσκεται στο πάτωμα. Οφείλουμε και μπορούμε να το σηκώσουμε. Να δώσουμε το μήνυμα στη δεξιά που ήδη τρομοκρατεί και αλαλάζει θριαμβευτικά, ότι θα στήσουμε αναχώματα που θα καταστήσουν ανέκδοτο τον αλαζονικό τρόπο με τον οποίο τοποθετείται σήμερα. Να θυμίσουμε τις μάχες που έχουν δοθεί, να σκύψουμε στη λαϊκή εμπειρία των αγώνων απέναντι σε αντίστοιχες κυβερνήσεις όπως του Σαμαρά. Το κυριότερο: να ενισχύσουμε τις παρακαταθήκες των αγώνων που διασώθηκαν, να ανασυστήσουμε αυτούς που υποχώρησαν ή και χάθηκαν, να χτίσουμε αυτούς που μας έλειψαν έτσι κι αλλιώς όλο το προηγούμενο διάστημα. Να μην καταλήξουμε όμως σε έναν στείρο κινηματισμό. Πλάι στις εστίες αντίστασης να ξαναπιάσουμε με όρους συλλογικής -από τα κάτω- συζήτησης και διαλόγου την αφήγηση της ρήξης. Να πολιτικοποιήσουμε πραγματικά τις μάχες, σημαίνει -ειδικά σήμερα- να μην βάζουμε ως «προφανή» και αυταπόδεικτα προαπαιτούμενα απέναντι στον κόσμο που μπορεί να αγωνιστεί, τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν κεντρική πολιτική αντιπαράθεση, πρόγραμμα ρήξης και σύγκρουσης. Ακόμη κι εκείνα που συνιστούν για μας την οποιαδήποτε αφετηρία ανατρεπτικής προσπάθειας με αρχή, μέση τέλος: την σύγκρουση και την έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ, την κοινωνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και της παραγωγής, την άρνηση των αιματηρών πλεονασμάτων, της επιτροπείας και του χρέους. Αντίθετα να επιχειρήσουμε να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτά, να τα θωρακίσουμε, να τα επανεξοπλίσουμε, να τα καταστήσουμε πραγματικό πόλο αμφισβήτησης της υπάρχουσας κατάστασης.


ΣΤ. Για μια νέα πολιτική πρωτοβουλία

Πολλά μπορούν και πρέπει να συζητηθούν επιμέρους γύρω από την παραπάνω στοχοθεσία. Πιστεύουμε παρόλα αυτά και το καταθέτουμε με ειλικρινή τρόπο ότι υπάρχει ανάγκη για μία νέα θαρρετή πολιτική πρωτοβουλία το άμεσο επόμενο διάστημα μετά τις εκλογές. Μία πρωτοβουλία που να επιταχύνει τις διεργασίες χωρίς να βιάζεται να τις τελειώσει, που να καθιστά σαφές ότι η υπάρχουσα γεωγραφία και οι βασικοί σχηματισμοί της (τύπου ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ, υπόλοιπες δυνάμεις μαχόμενης Αριστεράς) έχουν κλείσει τον κύκλο τους, που να δίνει πραγματικό νόημα και καθήκοντα στην υπόθεση της πολιτικής ενότητας, της συσπείρωσης και συγκέντρωσης δυνάμεων πάνω σε συγκεκριμένα επίδικα.

Από αυτή τη σκοπιά επιδιώκουμε και προτείνουμε από την επόμενη μέρα των εκλογών την εκκίνηση μιας τέτοιας προσπάθειας μέσα από μια διαδικασία συνελεύσεων και με προεξάρχοντα τον ρόλο δυνάμεων που -αν και έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαδρομές τα τελευταία χρόνια (από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι τη ΛΑΕ, αλλά και από χώρους που κινήθηκαν εκτός των δύο σχηματισμών)- φαίνεται να μπορούν να θέσουν με μία σχετική ωριμότητα τους όρους της υπέρβασης των προϋπαρχουσών ταυτοτήτων και δεσμεύσεων.

Για τη δημιουργία ενός πραγματικού πόλου αριστερής αντιπολίτευσης ο οποίος θα μπορέσει να εναποθέσει δημιουργικά (με νέα εργαλεία, επεξεργασίες και πρωτοβουλίες) την συγκέντρωση δυνάμεων που θα επιτύχει στο πεδίο του κινήματος:

Στο πεδίο των εργατικών διεκδικήσεων για να σταματήσει η επέκταση των ωραρίων, για τη μείωση του χρόνου εργασίας και την απόσπαση περισσότερου ελεύθερου χρόνου, για σταθερή δουλειά με ισχυρές κλαδικές συμβάσεις, με αξιοπρεπείς όρους και αυξήσεις στους μισθούς, για ελευθερία και δικαιώματα στους χώρους δουλειάς κόντρα στην όξυνση της εργοδοτικής τρομοκρατίας.

Στο πεδίο της εκπαίδευσης κόντρα στις ιδιωτικοποιήσεις, την υποβάθμιση της παιδείας και τους φραγμούς της πρόσβασης σε αυτή για τις λαϊκές οικογένειες, για την υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου και συνολικά των δημοκρατικών κατακτήσεων σε σχολεία και πανεπιστήμια. Στο πεδίο του αντιρατσισμού και του αγώνα για ισότητα και δικαιώματα στους πρόσφυγες, τους μετανάστες, στο φεμινιστικό κίνημα και την lgbtq κοινότητα. Στο πεδίο της αλληλεγγύης ανάμεσα στους φτωχούς που πρέπει να ενισχυθεί ξανά κόντρα στις συνέπειες της παρατεταμένης λιτότητας.

Στο πεδίο του αγώνα  για το περιβάλλον, εδώ και τώρα, για να προλάβουμε μία μη αναστρέψιμη καταστροφή.  Στο πεδίο του αγώνα ενάντια  στην καταλήστευση των δημόσιων πόρων. Στο πεδίο της διεκδίκησης μιας ανθρώπινης πόλης με το δικαίωμα στην στέγαση και την κατοικία να έρχεται εκ νέου στο προσκήνιο κόντρα στις καταστροφικές πολιτικές «ανάπτυξης» που το υπονόμευσαν ένα ολόκληρο προηγούμενο διάστημα. Στο πεδίο της εναντίωσης στα φιλοπόλεμα επικίνδυνα ευρωατλαντικά σχέδια στα οποία η χώρα ενεπλάκη όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια, κόντρα στον εθνικισμό, για την ανεξαρτησία από κάθε ιμπεριαλιστικό μηχανισμό και σχεδιασμό, για την ειρήνη και την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών. Στο πεδίο του μαχητικού αντιφασισμού για να μην αφήσουμε ούτε σπιθαμή γης στις παρακρατικές φασιστικές συμμορίες που θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν ξανά τις γειτονιές μας σε πεδία μάχης μεταξύ των αδύναμων.

Για μια νέα συσπείρωση δυνάμεων (συλλογικοτήτων και ανένταχτων) αριστερής, κομμουνιστικής και αντικαπιταλιστικής αναφοράς που θα κριθεί παράλληλα με τέτοιες κινηματικές πρωτοβουλίες στην προσπάθεια παραγωγής νέων προγραμματικών επεξεργασιών. Έτσι, η λογική της πολιτικής ενότητας που τόσο λοιδωρήθηκε αλλά και κακοποιήθηκε το προηγούμενο διάστημα θα μπορεί να έχει νόημα, χρησιμότητα και ουσία.  Έτσι μια σειρά δυνάμεις μπορούν να μπουν πιο αποτελεσματικά στην πρώτη γραμμή της μάχης, συζητώντας παράλληλα, «από τη μέση», πάνω σε ένα πρόγραμμα ρήξης και σύγκρουσης με την αστική πολιτική και τους πυλώνες της. Ένα πρόγραμμα που να κατατίθεται με όρους συμμετοχικούς και δημιουργικούς στον παραζαλισμένο αριστερό κόσμο και την κοινωνία έτσι ώστε να μπορεί να επανεξοπλιστεί, να θωρακιστεί και να αποτελέσει δύναμη για τους αγώνες της επόμενης μέρας και την ενίσχυση μιας πορείας κλονισμού και ανατροπής της αστικής κυριαρχίας.

Μία τέτοια πρωτοβουλία δεν μπορεί να είναι αυτοαναφορική, δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο στις δυνάμεις που θα την συγκροτήσουν. Μπορεί και πρέπει να αφορά και να συμπαρασύρει μια σημαντική πλειοψηφία οργανώσεων και συλλογικοτήτων που αναφέρονται στην αριστερά. Μπορεί και πρέπει να αφορά και να συμπαρασύρει την «μεγαλύτερη αριστερή οργάνωση», αυτή των ανένταχτων και απογοητευμένων, αλλά και μικρότερες ομάδες και συλλογικότητες, ανθρώπους που έχουν κρατήσει την επαφή τους δειλά ακόμη με την πολιτική συζήτηση και δράση. Το να υπάρξει ένα πραγματικό κάλεσμα και μια διαδικασία που να υποδεχτεί αυτή τη γκάμα διαφορετικών επιπέδων στράτευσης είναι πραγματικό ζητούμενο. Και ένας πλούτος στοιχείων που αφορούν αυτόν τον επιμέρους στόχο πρέπει να μας απασχολήσει συλλογικά με τις δυνάμεις που καλούμαστε να κινηθούμε σε αυτή την κατεύθυνση. Άτομα, κινηματικές συλλογικότητες, νέες ομάδες και συναθροίσεις που μπορεί να δημιουργηθούν ακριβώς για να συμμετέχουν ουσιαστικά σε πανελλαδικό επίπεδο σε μια τέτοια διαδικασία πρέπει να είναι καλοδεχούμενοι / καλοδεχούμενα. Βυζαντινολογίες – μπουλετολογίες, γραφειοκρατικά προσχώματα, μαζέματα παραγόντων και ανθρωποφαγία πρέπει να απαγορευτούν διά ροπάλου από την πρώτη στιγμή.

Οι μέχρι τώρα διεργασίες στις οποίες έχουμε εμπλακεί το προηγούμενο διάστημα και μια σειρά κριτηρίων που έχουμε διαμορφώσει γύρω από αυτές, φιλοδοξούμε να μην ιδωθούν ως αντιπαραθετικά στοιχεία, στα πλαίσια μιας τέτοιας νέας πρωτοβουλίας. Αντίθετα θεωρούμε ότι αυτές έχουν αυτοτελή σημασία και αξία και η σχέση τους με μια τέτοια νέα προσπάθεια μπορεί να κριθεί υπό το πρίσμα της πολυεπίπεδης συμβολής / συνδρομής. Η συζήτηση για το σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα και πρόγραμμα που επιχειρούν δυνάμεις γύρω από τον Κομμουνιστικό Συντονισμό στον οποίο συμμετέχουμε, άλλες μετωπικοκινηματικές πρωτοβουλίες όπως ο ΠΑΚΣ στο αντιπολεμικό ή η Συνέλευση της 8ης Μάρτη στο φεμινιστικό, ή ακόμη και οι διαδικασίες διαλόγου και κοινής δράσης στο κίνημα που υπήρξαν ένα προηγούμενο διάστημα ανάμεσα σε δυνάμεις κομμουνιστών και αναρχικών, αποτελούν για μας ενεργά πεδία και παραδείγματα μιας υγιούς προσπάθειας επανεκκίνησης του ευρύτερου αντισυστημικού χώρου στα διαφορετικά επίπεδα που αυτός συγκροτείται.

Δεν βιαζόμαστε να υποσχεθούμε «νέα κόμματα και μέτωπα» και δεν μπορούμε άλλωστε να τα φτιάξουμε με μαγικό ραβδί. Επιλέγουμε όμως να μην κρυφτούμε από αυτή τη συζήτηση και αν βιαζόμαστε για κάτι είναι να συγκροτήσουμε ξανά τους όρους για να ενισχυθούν εστίες αγώνα που έμειναν ενεργές για να ξαναστηθούν άλλες που έχουμε ανάγκη. Να συγκροτήσουμε τους όρους οργάνωσης από τα κάτω του δικού μας στρατοπέδου και κατά βάση το πεδίο που μια τέτοια διαδικασία θα μπορεί συλλογικά, δημοκρατικά και πολυεπίπεδα χωρίς γραφειοκρατικές παρακωλύσεις και μικροηγεμονικές αντιπαραθέσεις να αναπνεύσει. Το βάρος από τη δική μας τη μεριά θα πέσει στον πυρήνα της από κοινού προσπάθειας και όχι στις επιμέρους συλλογικότητες. Εκεί που έμειναν στη μέση οι προηγούμενες προσπάθειες, εκεί θα κριθούμε πρώτα από όλα στην αρχή μιας νέας πορείας.


(Αυτό το κείμενο αποτελεί απόφαση των συνελεύσεων της Αναμέτρησης πανελλαδικά και ταυτόχρονα δημόσια πρόταση – κάλεσμα την οποία θα επιχειρήσουμε να απευθύνουμε και συζητήσουμε άμεσα με συγκεκριμένες δυνάμεις, συλλογικότητες, οργανώσεις με τις οποίες έχουμε συνυπάρξει αποτελεσματικά το προηγούμενο διάστημα σε μια σειρά μέτωπα και αγώνες. Πάνω σε αυτή τη λογική θα παρέμβουμε και στην εκδήλωση – συνέλευση με τίτλο: “Η Αριστερά την επόμενη μέρα από τα κάτω συγκρότηση, ανασυνθέσεις και υπερβάσεις”στη Θεσσαλονίκη (Τρίτη 2/7, ΕΔΟΘ, 19:00) αλλά και σε εκδήλωση με αντίστοιχη θεματολογία στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας την Κυριακή 30 Ιούνη)

Share This Articles
Πληκτρολογήστε λέξεις-κλειδιά και πιέστε το Enter.