Now Reading:

“Ο καιρός που βρισκόμασταν στο παρασκήνιο έχει περάσει”

με αφορμή την 8η Μάρτη, το me too και όσα θα αναζωπυρώσουν τις φεμινιστικές μας διεκδικήσεις 1

Αυτή η φράση που αποτελεί το ξεκίνημα του Φεμινιστικού Μανιφέστου για το 99%, θα μπορούσε να περιγράψει και όσα ζούμε το τελευταίο διάστημα. Οι διεκδικήσεις των γυναικών, των θηλυκοτήτων εν γένει έχουν βρεθεί τις τελευταίες βδομάδες στο προσκήνιο, μέσα από το φως που πέφτει σε δεκάδες περιστατικά παρενόχλησης, κακοποίησης και βιασμών, κυρίως όμως από τις ιστορίες ενδυνάμωσης των ίδιων των επιζώσων/ντων.

Με πρώτη την καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, σε μια κίνηση απίστευτης δύναμης και θάρρους, η σιωπή έσπασε. Γυναίκες του χώρου του αθλητισμού, αλλά και του θεάματος, όπως και άνδρες, προχώρησαν στη δημοσίευση των δικών τους μαρτυριών, αναδεικνύοντας μόνο ένα μικρό μέρος του πραγματικού προβλήματος, του δομικού χαρακτήρα της έμφυλης βίας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ενδυναμώθηκαν και βρήκαν χώρο για να μιλήσουν δεκάδες ακόμη γυναίκες, από εκείνες που δεν ανήκουν στα πιο προνομιούχα κοινωνικά στρώματα.

Παρά τις κραυγές όσων βρήκαν ελαφρυντικά στους θύτες ή προσπάθησαν να υποτιμήσουν τα θύματα, το δίχτυ αλληλεγγύης και συμπαράστασης που διαμορφώθηκε πλατιά κοινωνικά έδωσε τη δύναμη που οδήγησε γυναίκες άσημες, φοιτήτριες, εργαζόμενες να μιλήσουν είτε με επίσημες καταγγελίες, είτε μέσα από δημοσιεύσεις απέναντι σε καθηγητές Πανεπιστημίων, εργοδότες και κάθε λογής «ισχυρούς» άνδρες, που εκμεταλλεύονταν προνόμια φύλου, τάξης και φυλής για να επιβληθούν στα σώματά τους. Οι φοιτήτριες του ΑΠΘ αποτέλεσαν το δυναμικό που θύμισε πως για πολλές, το να μιλήσουν δεν αποτελεί εύκολη διαδικασία. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των πολλών, δεν βοηθάει στην δημοσιοποίηση των τραυμάτων τους. Λεσβίες, τρανς, μετανάστριες, προσφύγισσες, σεξεργάτριες, γυναίκες που ζουν σε συνθήκες επισφάλειας ή ανέχειας, δεν βρίσκουν εύκολα ευήκοα ώτα στο μοίρασμα της ιστορίας τους, την στήριξη απέναντι στον πόνο, στον αγώνα για δικαιοσύνη.

Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο στοίχημα και η αδήριτη ανάγκη που διαπερνά το κύμα που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως ένα δικό μας #metoo. Το στοίχημα, δηλαδή, να σπάσει η ένοχη σιωπή, να εκφραστούν όλες εκείνες που αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της πολλαπλότητας των καταπιέσεων, εκείνες που δεν μπορούν να μιλήσουν, καθώς και να υπερβεί τις οριοθετήσεις που θέτουν οι ανισότητες, αλλά και η ολιγωρία του συστήματος. Να διαμορφώσει την ατζέντα με τους όρους των επιζωσών, των κακοποιημένων, των θυμάτων, με λίγα λόγια των ίδιων των υποκειμένων της έμφυλης βίας και να δημιουργήσει ένα σταθερό δίκτυο αλληλεγγύης και αγώνα.

Παρά τις φωνές που υποτιμούν το #metoo ως κίνημα «πολυτελείας», ειδικά λόγω του παραδείγματος των ΗΠΑ, η αλήθεια είναι ότι η αρχή του έγινε από μια γυναίκα της μαύρης κοινότητας, την Tarana Burke, θύμα παρενόχλησης, που το 2006 κάλεσε και άλλες γυναίκες να σπάσουν τη σιωπή τους και να μοιραστούν ιστορίες έμφυλης βίας, ξεκινώντας όλη αυτή τη διεργασία που αργότερα πήρε δημοσιότητα μέσα από τις καταγγελίες διάσημων γυναικών. Σημαντικό σημείο αποτέλεσε η εκ νέου διεκδίκηση ορατότητας των λιγότερο προνομιούχων γυναικών, των οικονομικά ασθενών, τον λεσβιών και των τρανς, των μαύρων και των λατίνων, σε αντίθεση και διαχωρισμό με τις εκδοχές φιλελεύθερου φεμινισμού που επιχείρησαν να καρπωθούν το κίνημα, αποκρύπτοντας όσα περιστατικά βίας αφορούσαν π.χ. το αμερικανικό Κογκρέσο.

Στην πραγματικότητα το κύμα του #metoo, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα, αποτελεί την ηχηρή έκφραση ενός φαινομένου που ήταν πάντα εδώ, παρόλο που συστηματικά υποτιμούνταν -αν δεν θεωρούνταν κανονικότητα-, αυτού της έμφυλης καταπίεσης και βίας.

Η βία που ασκείται είναι αποτέλεσμα επιβολής και ισχύος των θυτών, αφεντικών, ανδρών υψηλά ιστάμενων, σε θέση ισχύος συγκριτικά με τα θύματα. Ωστόσο, αυτή η σχέση εξουσίας και επιβολής μπορεί να βρεθεί όχι μόνο σε ένα χώρο εργασίας, αλλά και κάτω από την ίδια στέγη, καθώς και να αποκρυσταλλώνει την αδικία, τον ρατσισμό και τις ιδιοκτησιακές αντιλήψεις πάνω στα γυναικεία σώματα. Αυτή η βία, από κοινού με το καθεστώς υποτίμησης των φαινομένων, μέχρι και κάλυψης και ατιμωρησίας, καθιστά τα θύματα ευάλωτα και τα παραδίνει στον φόβο, είτε αυτός αφορά την αντιμετώπιση που θα έχουν αν μιλήσουν, είτε αφορμάται από την παντελή απουσία θεσμικής στήριξης ή και την εχθρότητα των θεσμών απέναντι στα θύματα.

Αυτό το αίσθημα φόβου έρχεται να ενισχύει η υποκρισία κυβερνητικών και πολιτικών προσώπων, φορέων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ναι μεν προτρέπουν τα θύματα να μιλήσουν και κάνουν επικλήσεις στο θάρρος και τη δύναμή τους, αλλά εν τέλει αθωώνουν θύτες, ξεπλένουν παραβιαστικές και ακραία κακοποιητικές πρακτικές, καλύπτοντας εν τέλει το σύστημα εκμετάλλευσης και τις πατριαρχικές δομές που τους κρατούν στην εξουσία. Οι αντιλήψεις που εκπορεύονται από την ίδια τη δομή της εθνοπατριαρχικής κοινωνίας που ζούμε, είναι που τροφοδοτούν και εκείνα τα κοινωνικά ρεύματα που στοχοποιούν τα θύματα και αναζητούν προσπάθειες σπίλωσης ή προσωπικής ανέλιξης μέσα από συνωμοσιολογικά σενάρια δολοπλοκιών. Γι’ αυτό καταλήγουν να μετακυλούν το βάρος του θύτη στο θύμα, ρωτώντας «γιατί τώρα;».

Αυτή η αίσθηση παντοδυναμίας του ισχυρού είναι που επιβάλλει τη σιωπή. Η σωματική, ψυχολογική κακοποίηση και βία, ειδικά όταν συμβαίνουν μέσα σε περιβάλλοντα πολλαπλών καταπιέσεων, δρουν ως βραχνάς, η φωνή της επιζώσας/του επιζώντα δυσκολεύεται να βγει. Η έλλειψη θεσμικού πλαισίου στήριξης που θα παρέχει ενημέρωση, στήριξη, φιλοξενία των θυμάτων, καθιστά για πολλές/ους την σιωπή μονόδρομο…

Στη βάση όλων των παραπάνω, ένα κίνημα #metoo της εποχής και των αναγκών μας, των αναγκών του 99%, θα πρέπει να διαμορφώνει το εξής πλαίσιο: Να ανοίξει μια αγκαλιά αλληλεγγύης για τις επιζώσες και τους επιζώντες, καθώς και να διατρανώσει στην κοινωνία ότι η ώρα της σιωπής, πόσο μάλλον της συνενοχής και κάλυψης των θυτών ανήκει στο παρελθόν. Να αναπτύξει διαδικασίες και πρακτικές που ενδυναμώνουν όσες τολμούν να μιλήσουν αλλά ισότιμα και εκείνες που δεν θα το κάνουν. Να υποστηρίξει μια λογική «ανοίγματος» του ζητήματος πέρα από τους χώρους του αθλητισμού και του πολιτισμού, σε κάθε χώρο εργασίας, σε κάθε πτυχή της ζωής. Και παράλληλα να ασκήσει πίεση ώστε το καθεστώς αδιαφορίας και ατιμωρησίας να σπάσει. Να υπάρξουν θεσμικές αλλαγές προς υποστήριξη των θυμάτων σε επίπεδο κοινωνικής πολιτικής και δικαιοσύνη χωρίς «ναι μεν αλλά», χωρίς τα θύματα να πρέπει να δικαιολογήσουν τι φορούσαν, γιατί δεν κατήγγειλαν απευθείας τους δράστες ή γιατί αμύνθηκαν.

Υπόθεση Λιγνάδη

Ακριβώς σε αυτό το σημείο, του τι πρέπει να αλλάξει, αναδεικνύονται οι προβληματικές με τις οποίες αντιμετωπίζονται τα θύματα αλλά και η συνολικότερη σιωπή που είχαν μέχρι πρότινος επιβάλλει οι ισχυροί, μέσα από την περίπτωση Λιγνάδη. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, άξιο τέκνο της ελίτ και έχοντας πολιτικές πλάτες από σύσσωμη την κυβέρνηση της ΝΔ τώρα και το αντίστοιχο πολιτικό προσωπικό εδώ και χρόνια, χρησιμοποιούσε τη θέση του και το κύρος που αυτή του προσέφερε, ώστε να κακοποιεί σεξουαλικά ανήλικους και νεαρούς ενήλικους, ήδη από το 1984 όπως προκύπτει από τις τελευταίες καταγγελίες.

Όταν τα θύματά του, με πρώτο τον Νίκο Σ. αποφάσισαν να μιλήσουν, βρέθηκαν αντιμέτωπα με την απαξίωση μιας ολόκληρης κυβέρνησης, αλλά και ενός μηχανισμού «δικαίου» που παρουσίασε τα τραυματικά βιώματα ως φήμες.. Όταν οι καταγγελίες ξεκίνησαν να πολλαπλασιάζονται, καθώς και να ανοίγουν ζητήματα κυκλώματος κακοποίησης ανηλίκων εμπλέκοντας και δομές φιλοξενίας ασυνόδευτων προσφυγόπουλων, η κυβέρνηση δια στόματος της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη δήλωσε πως εξαπατήθηκε, σταματώντας να παρέχει κάλυψη στον θύτη, χωρίς όμως να αυτό σημαίνει πως επιδιώκει την οποιαδήποτε απόδοση δικαιοσύνης.

Καμία νόμιμη διαδικασία δεν τηρήθηκε σε σχέση με την σύλληψη του Λιγνάδη και την έρευνα των υποθέσεων, ενώ ακόμη και σήμερα τα κυρίαρχα ΜΜΕ προσπαθούν να κανονικοποιήσουν την δράση του βιαστή μιλώντας για «παιδιά με απόντες γονείς» ή για έναν «καλλιτέχνη που επηρεάστηκε από την αρχαία ελληνική γραμματεία». Από αυτή την υπόθεση δεν θα μπορούσε να λείπει ο υπερασπιστής δολοφόνων και βιαστών Κούγιας, ο οποίος σε ένα κρεσέντο ομοφοβίας και προσπάθειας να αναθερμάνει συντηρητικά αντανακλαστικά απέναντι στα θύματα, έκανε λόγο για «επαγγελματίες ομοφυλόφιλους».

Κομβικό σημείο για το φεμινιστικό και ΛΟΑΤΚΙ κίνημα που θέλουμε είναι η δυναμική υπεράσπιση των θυμάτων σε αυτή την υπόθεση και όσες προκύψουν. Η διαμόρφωση ενός πεδίου προστασίας των καταγγελλόντων/ουσών απέναντι στην επίθεση που θα διεξαχθεί, αλλά και η ηχηρή απαίτηση και διεκδίκηση για παραίτηση όσων κάλυψαν τους θύτες. Πολλώ δε μάλλον σε μια συγκυρία, που η κυβέρνηση επιλέγει να επιτεθεί στα δικαιώματα φοιτητών, εργαζομένων, να παίξει με τη ζωή ενός πολιτικού κρατούμενου απεργού πείνας και δίψας και εν γένει να κλιμακώσει την ένταση ενάντια σε όσους και όσες παρεκκλίνουν από το πειθαρχημένο της μοντέλο, είναι σίγουρο πως παρά τις αρχικές εξαγγελίες του Μητσοτάκη και λοιπών κυβερνητικών αξιωματούχων, το #metoo θα λοιδορηθεί.

Απέναντι σε προσπάθειες κατευνασμού και ενσωμάτωσης, το κύμα το #metoo θα πρέπει να ενδυναμωθεί, να ενισχυθεί με κινηματικούς όρους και να βγει στο δρόμο. Δεν αποπροσανατολίζει, δεν «επικαλύπτει» τα υπόλοιπα ζητήματα, ίσα ίσα λειτουργεί προσθετικά και μακάρι εκρηκτικά σε ένα εξαιρετικά πολωμένο τοπίο όπου η κοινωνική σύγκρουση μαίνεται. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμπυκνώνει στο πρόσωπό της όλη την ασυδοσία και αναλγησία ενός συστήματος βίας και εκμετάλλευσης, επενδύει στον αυταρχισμό και την τρομοκρατία και γι’ αυτό πρέπει να πέσει με πάταγο! Το κίνημα να συμβάλλει ώστε όχι μόνο να δικαιωθούν τα θύματα, αλλά και να μπει ένα τέλος στην έμφυλη και σεξουαλική βία και εκμετάλλευση. Ο αγώνας του φεμινιστικού κινήματος οξύνει συνολικά τον κοινωνικό ανταγωνισμό και συμβάλλει στο άνοιγμα του δρόμου για τη συνολική χειραφέτηση. Η φετινή 8η Μάρτη να είναι ένα πρώτο ραντεβού προς αυτή την κατεύθυνση.

1 Feminism for the 99%. A Manifesto, C. Arruzza, T. Bhattacharya, N. Fraser.

Share This Articles
Πληκτρολογήστε λέξεις-κλειδιά και πιέστε το Enter.