Η ανακοίνωση του πρωθυπουργού για τη «διερεύνηση» ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας ενεργειακής πολιτικής που σχεδιάζεται μακριά από την κοινωνία και τις ανάγκες της. Σε μια χώρα που βιώνει τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, με εντεινόμενους καύσωνες, πυρκαγιές, πλημμύρες, με επιπτώσεις που διογκώνονται λόγω των πολιτικών του κέρδους και της κρατικής αδιαφορίας, η συζήτηση για «αρθρωτούς» πυρηνικούς αντιδραστήρες δεν αποτελεί λύση αλλά επικίνδυνη εκτροπή. Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι «πράσινη» ούτε κοινωνικά δίκαιη. Είναι μια δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του λαού και μία τεχνολογία υψηλού ρίσκου, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά από τις καταστροφές του Τσερνόμπιλ και πολύ πιο πρόσφατα στη Φουκουσίμα, με τεράστιο κόστος κατασκευής και συντήρησης που θα επιβαρύνει και τις επόμενες γενιές.
Η πυρηνική ενέργεια προϋποθέτει και ενισχύει ένα βαθιά συγκεντρωτικό παραγωγικό μοντέλο. Τεράστιες επενδύσεις που θα απαιτήσουν δεκαετίες, ειδικά σε μια σεισμογενή χώρα, όπως η Ελλάδα, κλειστά τεχνοκρατικά συστήματα διαχείρισης και ενεργειακές υποδομές που βρίσκονται αποκλειστικά στα χέρια κρατικών ή -ακόμη χειρότερα των αγαπημένων της κυβέρνησης- ιδιωτικών κολοσσών, ενώ το πρόβλημα της διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων παραμένει άλυτο παγκοσμίως, είναι, δε, καταστροφικό για κλειστά θαλάσσια συστήματα, όπως αυτό της Μεσογείου. Ένα τέτοιο μοντέλο δεν επιδέχεται κοινωνικό έλεγχο και βρίσκεται στον αντίποδα μιας μετάβασης με ενεργειακή δημοκρατία η οποία απαιτεί αποκεντρωμένη παραγωγή και δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο των ενεργειακών πόρων.
Σε μια εποχή που οι ΑΠΕ αποτελούν ήδη μια σχετικά φθηνότερη και περιβαλλοντικά πιο φιλική επιλογή -όταν χωροθετούνται με ορθολογικό τρόπο- η στροφή προς την πυρηνική ενέργεια δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ενεργειακή αναγκαιότητα. Αντίθετα, η επιλογή αυτή εξυπηρετεί κυρίως τα οικονομικά συμφέροντα του εγχώριου ενεργειακού λόμπι που βασίζεται σε τεράστιες επενδύσεις, δημόσια χρηματοδότηση και την ιδιωτικοποίηση της ενέργειας. Στο ίδιο πλαίσιο, οι ΑΠΕ αναπτύσσονται ταχύτατα, καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις ανά τη χώρα, παράγουν ήδη σχεδόν το 50% της ενέργειας και έχουν συμβάλλει ώστε η Ελλάδα να μετατραπεί σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς όμως όλο αυτό να αποτυπώνεται στους λογαριασμούς που πληρώνουν τα νοικοκυριά. Έτσι, η πραγματική πρόκληση δεν είναι η προσθήκη νέων συγκεντρωτικών και πανάκριβων ενεργειακών υποδομών, αλλά ο δημοκρατικός και κοινωνικά σχεδιασμένος μετασχηματισμός του ενεργειακού συστήματος. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ πρέπει να στηριχθεί σε ένα αποκεντρωμένο μοντέλο, με σεβασμό στο περιβάλλον και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, και όχι στην άκριτη εγκατάστασή τους σε προστατευόμενες ή ακατάλληλες περιοχές με μοναδικό γνώμονα το εξασφαλισμένο κέρδος των επενδυτών.
Ακόμη περισσότερο, η συζήτηση για πυρηνικά εργοστάσια είναι βαθιά προκλητική για μια χώρα όπως η Ελλάδα. Στην Ελλάδα των Τεμπών, όπου η διάλυση των δημόσιων υποδομών και η υποτίμηση της ασφάλειας κόστισαν ανθρώπινες ζωές, και του εργοστασίου Βιολάντα, όπου οι εργαζόμενοι βρίσκονταν αντιμέτωποι με εργοδοτική αυθαιρεσία και έλλειψη προστασίας, με κόστος τελικά την ίδια τους τη ζωή, δεν μπορεί να ανοίγει κανείς συζήτηση για πυρηνικούς αντιδραστήρες. Η ασφάλεια και η λογοδοσία που απαιτεί μια τέτοια τεχνολογία δεν μπορούν να εξασφαλιστούν σε ένα κράτος που αποδεικνύεται καθημερινά απρόθυμο να προστατεύσει τους πολίτες και τις υποδομές.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πυρηνικούς αντιδραστήρες. Χρειάζεται ένα ενεργειακό μοντέλο δημόσιο, δημοκρατικό και κοινωνικά δίκαιο. Χρειάζεται πολιτικές με κλιματική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη, που σημαίνει ότι για την κλιματική κρίση θα πληρώσουν οι πλούσιοι και όχι οι φτωχοί! Χρειάζεται επενδύσεις στην πρόληψη της κλιματικής κρίσης, στην προστασία του περιβάλλοντος και στη θωράκιση της κοινωνίας. Για όλους αυτούς τους λόγους η θέση μας είναι ξεκάθαρη: Πυρηνικά; Όχι, ευχαριστώ.







