Χάρης Καλαμπόκης | Ομάδα Θεωρίας Αναμέτρησης |
Προφανώς ένα τόσο ευρύ και πολυπαραγοντικό θέμα όπως το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία εισήγηση του ενός και κάτι τετάρτου, ούτε καν σε τέσσερις τέτοιες εισηγήσεις. Όσο δε, στην συζήτηση μπαίνει η ιστορία, υπάρχουν τόσα να ειπωθούν που αναμφίβολα στο τέλος θα έχουν παραλειφθεί ζητήματα που ανήκουν στα σημαντικότερα. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε όλες/οι από την πλευρά των εισηγήσεων είναι να επιλέξουμε τα θέματα που θα τροφοδοτήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα τη συζήτηση στη συνέχεια, δίνοντας την αρχή του νήματος και σε καμία περίπτωση το τέλος. Εγώ, νιώθοντας και μια ασφάλεια από τις υπόλοιπες εισηγήσεις πως θα έρθουν πολύ κοντά στο σύγχρονο πλαίσιο, επέλεξα να πάω αρκετά παλιά, στην ιστορία των νεωτερικών μορφών οργάνωσης και δράσης του εργατικού κινήματος, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο ζήτημα της απεργίας που τόσο απασχολεί σήμερα τις οργανωμένες συλλογικότητες της εργατικής τάξης.
Αναφέρομαι εξαρχής στο ζήτημα των νεωτερικών χαρακτηριστικών, γιατί όσον αφορά συγκεκριμένα την απεργία, με την έννοια της διακοπής της εργασίας από την πλευρά των εργατών, ως μέσο πίεσης για την ικανοποίηση διάφορων αιτημάτων, κάποιοι ερευνητές, χρησιμοποιώντας, ομολογουμένως, μία εννοιολογική ελαστικότητα, έχουν τοποθετήσει τις πρώτες απεργίες στην αρχαία Αίγυπτο, με πιο γνωστή την περίπτωση κάποιων κατασκευαστών τάφων, το 1155 π.Χ. κατά την περίοδο του Ραμσή ΙΙΙ.
Το φαινόμενο της απεργίας όμως, ως μέσο συλλογικής διεκδίκησης από την πλευρά της εργατικής τάξης ενάντια στην εργοδοσία στο πλαίσιο βιομηχανικών συγκρούσεων, γίνεται χαρακτηριστικό των κοινωνιών κατά τα πρώτα στάδια του βιομηχανικού καπιταλισμού, και έπειτα. Παρ’ότι συναντάμε διάφορες απεργίες στον 17ο και στον 18ο αιώνα, κατά τον 19ο αιώνα είναι που οι απεργίες εδραιώνονται και αποκτούν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο ανάμεσα στις διάφορες μορφές της εργατικής πάλης. Ιδίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, που σε πολλές χώρες του κόσμου συντελείται μία απότομη βιομηχανική ανάπτυξη, η οποία φέρνει μία σειρά από οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, που διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στις εργασιακές σχέσεις και στους χώρους εργασίας, η απεργία καθίσταται κανόνας στο πλαίσιο των εργατικών κινητοποιήσεων, και γνωρίζει ακόμα πιο μεγάλη ανάπτυξη στις αρχές του 20ου αιώνα.
Νωρίτερα, κατά τον 18ο αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα, δεν μπορούμε να μιλάμε ακριβώς για ένα προλεταριακό εργατικό κίνημα, τόσο ως προς τον ιδεολογικό του χαρακτήρα όσο και ως προς τους στόχους του, το οποίο να αποτελείται από βιομηχανικούς εργάτες. Την περίοδο αυτή, υπάρχουν μεν κινητοποιήσεις, αλλά παρατηρούμε περισσότερο ένα κοινό μέτωπο όλων όσων ζούσαν στην φτώχεια, και πάλευαν για την επιβίωση τους, το βλέπουμε για παράδειγμα με τις ταραχές τροφίμων.
Οι συνθήκες, που θα δημιουργούσαν ένα μαζικό εργατικό κίνημα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και θα έφερναν το μέσο της απεργίας αισθητά στο προσκήνιο, διαμορφώθηκαν με την εδραίωση του καπιταλισμού και με την βιομηχανική ανάπτυξη, που στις περισσότερες χώρες δεν έφτασε παρά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Μέχρι το 1848, η μοναδική οικονομία που ήταν δραστικά εκβιομηχανισμένη ήταν η βρετανική, ενώ στην πλειοψηφία των χωρών, παρ’ότι η εκβιομηχάνιση είχε κάνει σαφώς τα πρώτα της βήματα, οι βιομηχανικές μεταβολές της οικονομίας, ήταν ιδιαίτερα περιορισμένες, αδυνατώντας να χαράξουν τομές στην οικονομία και την κοινωνία.
Από το 1848 μέχρι τη δεκαετία του 1870, είναι η περίοδος που η εκβιομηχάνιση παρουσιάζει μεγάλη αύξηση στις περισσότερες χώρες. Συγκεκριμένα, από το 1860 και έπειτα, χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ρωσία, παρά τις διαφορές που παρουσιάζουν, τόσο ποιοτικά όσο και χρονικά, αναπτύσσουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά όπως υψηλή εκβιομηχάνιση, υψηλή αστικοποίηση, μεγάλη συγκέντρωση κεφαλαίου, και σημαντική ανάπτυξη του πληθυσμού. Επιπλέον, τα χρόνια αυτά αλλάζει ριζικά η επαγγελματική σύνθεση των εργατικών τάξεων. Τέλος, η αυξανόμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της εθνικής οικονομίας και των τομέων της, και ο αυξανόμενος ρόλος του κράτους σ’ αυτούς, έπαιξε ρόλο στη μεταβολή των συνθηκών των βιομηχανικών συγκρούσεων. Παρ’ότι η σημασία των χαρακτηριστικών αυτών μεμονωμένα έχει αμφισβητηθεί, στο σύνολο τους διαμορφώνουν τις συνθήκες που επιτρέπουν την προλεταριοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, τη συγκέντρωση του στα μεγάλα αστικά κέντρα, την ύπαρξη κοινών βιωμάτων και αναγκών στους χώρους των εργοστασίων, και επομένως την ανάπτυξη ενός μαζικού εργατικού κινήματος. Ο τρόπος με τον οποίον οργανώνονται οι εθνικές οικονομίες καθορίζει τόσο τον τρόπο οργάνωσης του εργατικού κινήματος, όσο και τις μορφές δράσης του. Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα πως σε χώρες που δημιουργούνται αρκετά νωρίς εθνικές αγορές και που το κράτος παρεμβαίνει στη διαμόρφωση τους έχοντας εξασφαλίσει μια διοικητική ομοιογένεια, παρουσιάζονται εξίσου γρήγορα εθνικά σωματεία έναντι τοπικών-τομεακών. Το εργατικό κίνημα δεν είναι αυθύπαρκτο αλλά ετεροπροσδιορίζεται από το κεφάλαιο, τις στρατηγικές του επιλογές και τις συνθήκες που αυτές διαμορφώνουν.
Η ανάπτυξη των συνδικάτων και η ανάπτυξη του απεργιακού φαινομένου συνυπάρχουν ιστορικά. Τα πιο γνωστά συνδικάτα στην ιστορία του εργατικού κινήματος ήταν αυτά που είχαν ή επιδίωκαν να έχουν μία μόνιμη, σταθερή δράση, και άλλοτε διαπραγματεύονταν με τους εργοδότες, άλλοτε συγκρούονταν. Για αυτά τα συνδικάτα η απεργία δεν ήταν παρά μία από τις πιθανές τους δράσεις. Πολλές φορές όμως, εντοπίζεται το φαινόμενο του να δημιουργείται ένα συνδικάτο μόνο και μόνο για να οργανώσει μία απεργία και να διασφαλίσει την επιτυχή διεξαγωγή της, και με το πέρας αυτής, να διαλύεται.
Τα συνδικάτα παίζουν μεγάλο ρόλο στην οργάνωση των απεργιών, ιδίως όταν αυτές έχουν πανεθνικό χαρακτήρα, καθοριστική όμως είναι η συμμετοχή των ανένταχτων εργατών όσον αφορά την έκβαση της απεργίας. Μέχρι το 1914, οι περισσότεροι εργάτες δεν ανήκαν σε καμία οργάνωση. Κατά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Γαλλία ήταν οργανωμένο μόλις το 9% των εργατών, στη Γερμανία το 25%, ενώ στη Βρετανία μόλις κάτι παραπάνω.
Την περίοδο που η οικονομία είχε περισσότερο έναν βιοτεχνικό χαρακτήρα, τα τοπικά συνδικάτα ήταν πιο ισχυρά σε σχέση με τα εθνικά, που οργανώνονταν κεντρικά. Το τοπίο αντιστρέφεται, όταν ο βιομηχανικός καπιταλισμός μπαίνει σε τροχιά μαζικής παραγωγής. Αυτό λειτουργεί συνδυαστικά και με το γεγονός πως κατά τη βιοτεχνική περίοδο, το κέντρο βάρους των εξελίξεων στο εργατικό κίνημα ήταν καθαρά στα χέρια των ειδικευόμενων εργατών, σε αντίθεση με την περίοδο της μαζικής εργοστασιακής παραγωγής, που στο προσκήνιο μπαίνουν οι ανειδίκευτοι ή ημι-ειδικευόμενοι εργάτες, που αντιστοιχούν περισσότερο και στην εικόνα του «προλετάριου». Όταν τα εθνικά συνδικάτα αποκτούν περισσότερη ισχύ, οι απεργίες τείνουν να έχουν μία πιο στενή σχέση μαζί τους, και πολλές φορές, όταν πρόκειται για απεργίες που έχουν πανεθνικό χαρακτήρα, συντονίζονται από τα ίδια, έχοντας έναν κεντρικό σχεδιασμό. Την περίοδο που τα συνδικάτα έχουν περισσότερο τοπικό χαρακτήρα, πολλές φορές δεν αποτελούν προϋπόθεση για την διεξαγωγή απεργιών, καθώς είναι πιο εύκολο το ξέσπασμα αυτών σε μικρή κλίμακα.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η υπέρβαση του συντεχνιακού χαρακτήρα των σωματείων, με βάση την τέχνη, και η εγκαθίδρυση της οργάνωσης με βάση τη βιομηχανία, συγκεντρώνοντας όλες τις συμπεριλαμβανόμενες τέχνες – κάτι που ήταν πιο εύκολο να απαντήσει στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης όπως προέκυψε στα τέλη του 19ου αιώνα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 ιδρύονται τα συνδικάτα νέου τύπου, που βασίζονται στους ανειδίκευτους εργάτες, περιορίζονται σε μικρές συνδρομές για τα μέλη, και ευνοούνται από τη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών. Σε μεγάλο βαθμό η επιτυχημένη ύπαρξη ενός συνδικάτου ήταν μία περίπλοκη διαδικασία. Προφανώς είχε να κάνει δομικά από το πως οργανωνόταν αντιπαραθετικά στο κεφάλαιο με βάση υπαρκτές ανάγκες των εργατών, και επιπλέον είχε να κάνει και με το νομικό ρυθμιστικό πλαίσιο που άλλοτε έκανε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο εφικτή την οργάνωση στα σωματεία. Επιπλέον, τα συνδικάτα που είχαν αποδείξει τις δυνατότητες επιτυχίας τους είχαν μεγαλύτερη συσπείρωση εργατών. Ταυτόχρονα, όμως, οι υλικές παροχές και διευκολύνσεις στο εργατικό υποκείμενο έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο. Υπήρξαν συνδικάτα που πρόσφεραν στα μέλη τους έξοδα ταξιδιού για τεχνίτες και εργάτες που δεν μπορούν να βρουν εργασία σε μια πόλη και, ως εκ τούτου, αναγκάζονται να μετακομίσουν σε άλλη πόλη, διαμεσολάβηση με την εργοδοσία σε θέματα εργασίας για μέλη που αναζητούν εργασία, ασφαλιστικά προγράμματα (ασθένειας πχ), δωρεάν νομική συμβουλευτική σε περίπτωση ατομικών εργασιακών συγκρούσεων και πρόσθετες ευκαιρίες, όπως πρόσβαση σε εξοχικές κατοικίες, εκπτώσεις σε οικιακές συσκευές, υπηρεσίες κ.λπ. Ακόμη περισσότερο, υπήρχαν συνδικάτα που εξασφάλιζαν σε έναν βαθμό ή έστω επεδίωκαν να το καταφέρουν, την επιβίωση των εργατών για όσο διαρκούσαν οι αγώνες τους. Αυτό σήμαινε την ύπαρξη ενός στιβαρού απεργιακού ταμείου. Αυτό όμως σήμαινε και την ύπαρξη σχετικά υψηλών εισφορών, που δεν μπορούσαν να προσφέρουν όλοι οι εργάτες -το οποίο μας φέρνει πίσω στο ζήτημα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η οικονομία την εκάστοτε ιστορική περίοδο.
Οι πρώτοι εργάτες που οργανώθηκαν σε σωματεία και συμμετείχαν σε απεργίες, ήταν εκείνοι που είχαν κάποια εργασιακή σταθερότητα. Οι εργάτες που ζούσαν στην επισφάλεια, ήταν δύσκολο να προχωρήσουν σε ένα τέτοιο βήμα. Παρ’ότι ήταν αυτοί που πλήττονταν περισσότερο, ήταν και αυτοί που είχαν να χάσουν περισσότερα. Σε μεγάλο βαθμό, και αυτό έχει ένα ενδιαφέρον, πολλά απεργιακά κύματα, αναπτύχθηκαν σε περιόδους οικονομικής ευημερίας, παρ’ότι θεωρητικά τα παράπονα των εργατών ήταν περισσότερα σε περιόδους ύφεσης. Όμως πολλές φορές ήταν ακριβώς αυτές οι περίοδοι που μείωναν τη διαπραγματευτική ικανότητα των εργατών ή τη δυνατότητα να γίνουν απειλητικοί. Σε περιόδους μεγάλης ανεργίας, ο εργάτης που συνδικαλίζεται και αγωνίζεται, μπορεί πολύ πιο εύκολα από άλλες περιόδους να αντικατασταθεί. Αντίστοιχα, όταν η ζήτηση για εργατικά χέρια είναι αυξημένη, η διαπραγματευτική ικανότητα είναι πιο ισχυρή.
Παράδειγμα: Στη Βρετανία ενώ το 1888 έχουμε 517 απεργίες και 119.000 απεργούς, το 1889 σημειώνονται 1211 απεργίες, και το 1890 οι απεργοί που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις υπολογίζονται στον αριθμό των 400.000. Με παρόμοιο ρυθμό μεταβάλλεται και ο αριθμός των οργανωμένων στα σωματεία, που ενώ το 1888 ήταν 817,000 το 1890 άγγιζαν τον αριθμό του 1.470.000. Τρία κύματα απεργιών (1871-3, 1889-90, 1911-13) εμφανίστηκαν μόλις η αγορά εργασίας ήταν ευνοϊκή απέναντι στους εργάτες. Kαι στις τρεις περιόδους η ανεργία ήταν κάτω από το 3%. Η ανεργία έπεφτε, η διαπραγματευτική ικανότητα αυξανόταν. Σημειωτέον, την περίοδο 1911-1914 από τις απεργίες που έλαβαν χώρα το 44% ήταν νικηφόρες, το 42% ήρθε σε συμβιβασμό και μόλις το 14% ηττήθηκε.
Μεγάλη σημασία για τη νικηφόρα έκβαση της απεργίας ή μη, ήταν πέραν της μη εύκολης αντικατάστασης των εργατών από την εργοδοσία, οι δυνατότητες που είχε ο κάθε κλάδος για να πιέσει και να προκαλέσει ζημιά κατά τη διάρκεια του αγώνα του. Δεν είναι τυχαίο πως τα λιμάνια, όπως και γενικότερα ο τομέας των μεταφορών, εξελίχθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία για τον συνδικαλισμό και την απεργία, καθώς η μεταφορά αγαθών αποτελεί νευραλγικό τμήμα του εμπορίου, και η διακοπή της εργασίας μπορεί να επιφέρει μεγάλη οικονομική ζημιά.
Και, τέλος, ιδιαίτερη σημασία -θετική ή αρνητική- έχει και η σχέση με τις πολιτικές οργανώσεις και τα πολιτικά κόμματα που τροφοδοτούσαν τόσο υλικά όσο και θεωρητικά το εργατικό δυναμικό. Κάποιες φορές αυτή η παράμετρος φαίνεται να ξεπερνάει άλλες παραμέτρους, ακόμη και πιο δομικού χαρακτήρα. Στην Ιταλία για παράδειγμα η ανάπτυξη των σωματείων και η εδραίωση του Partito Operaio τροφοδοτεί περισσότερο τις εργατικές συγκρούσεις από την αστικοποίηση που είχε έναν αναγκαίο αλλά μη επαρκή χαρακτήρα. Μερικές φορές η σχέση με τις πολιτικές οργανώσεις και τα πολιτικά κόμματα παίζει ρόλο ακόμη και όταν είναι αντιπαραθετική, πάντα όμως στο πλαίσιο μιας αυξανόμενης πολιτικοποίησης.
Στη Γαλλία, ο εργατικός συνδικαλισμός κρατάει μεγαλύτερες και πιο σαφείς αποστάσεις από τις πολιτικές οργανώσεις, ταυτόχρονα, όμως, στο συνέδριο της Αμιένης του 1906 διαμορφώνεται η θέση πως η κατάληψη της εξουσίας θα πρέπει να γίνει άμεσα από τα συνδικάτα χωρίς την μεσολάβηση κάποιου κόμματος, παρά μόνο με τη χρήση της γενικής απεργίας. Η θέση αυτή θεωρείται πως μεταξύ άλλων έπαιξε σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα των απεργιών από το 1906 μέχρι το 1909. Μετά από αυτή την περίοδο ο γαλλικός εργατικός συνδικαλισμός θα κινηθεί πιο κοντά σε μεταρρυθμιστικού τύπου ιδέες.
Ένα παράδειγμα αρνητικού ρόλου της σχέσης με πολιτικά κόμματα συναντάται στις ΗΠΑ με την Εθνική Εργατική Ένωση που οργάνωσε αποτελεσματικά τους εργάτες σε μία σειρά αγώνων. Ιδρύθηκε το 1866 και διατηρήθηκε μέχρι το 1873. Στη διάλυση της συνέβαλαν διάφοροι παράγοντες. Ως κυριότεροι έχουν αναφερθεί η αύξηση των μεσοαστικών στρωμάτων στην εσωτερική της σύνθεση, η προσήλωση της στη νομισματική μεταρρύθμιση, η αποτυχία της να συνενώσει τους αγώνες των εργατών, αλλά μεταξύ όλων αυτών και η αποτυχία του Εθνικού Εργατικού Μεταρρυθμιστικού Κόμματος -με το οποίο είχε συνδεθεί- στις εκλογές του 1872.
Τώρα, καθώς το ζήτημα της δημιουργικότητας είναι ένα ζήτημα που μας απασχολεί μέχρι και σήμερα, θα αναφερθώ συνοπτικά σε μία σειρά ειδών απεργίας που εμφανίζονται ιστορικά τον 19ο και 20ο αιώνα, χρησιμοποιώντας μία ελαστικότητα για τον ορισμό. Προφανώς μιλάμε για τις συνηθισμένες και σήμερα απεργίες που εμφανίζονται σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, και αφορούν το περιορισμένο εργατικό δυναμικό της συγκεκριμένης επιχείρησης αλλά και για τις γενικές απεργίες που στόχο έχουν την παράλυση της οικονομίας σε εθνικό επίπεδο.
Πέραν αυτών όμως συναντάμε μία βεντάλια «απεργιών»: 1) συμβολικές απεργίες λίγων ωρών που στόχο έχουν να δείξουν την δύναμη τους και την πρόθεση τους να κηρύξουν πόλεμο – ένα είδος αγώνα που ήταν αποτελεσματικό μόνο στην περίπτωση που όντως η δύναμη που επιδεικνυόταν ήταν μεγάλη 2) αυτές που έμειναν γνωστές ως sympathy strikes και ήταν απεργίες συμπαράστασης σε απεργούς άλλων επιχειρήσεων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναδειχθεί ο ζωτικός παράγοντας της αλληλεγγύης. Οι εργάτες που δεν μπορούσαν να κινητοποιήσουν την συναδελφική αλλά και την καταναλωτική συμπαράσταση -με μποϋκοτάζ για παράδειγμα- είχαν πολύ λιγότερες ευκαιρίες επιτυχίες. Και σήμερα μια βασική στρατηγική των κυβερνήσεων και του κεφαλαίου είναι η κυριαρχία αντιπαραθετικών συμφερόντων εντός των εργαζόμενων τάξεων, ο κοινωνικός αυτοματισμός και η διάσπαση των από κάτω. 3) Ένα είδος που εφαρμόστηκε ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα, και επανεμφανίστηκε μαζικά το 1930 ήταν η παραμονή στον χώρο εργασίας, με τους εργαζόμενους να κάθονται κάτω και να αρνούνται να φύγουν. Μία χαρακτηριστική περίπτωση καθιστικής διαμαρτυρίας σημειώθηκε στην Πολωνία με την περίπτωση των ανθρακωρύχων του 1873, για τους οποίους χρειάστηκε η παρέμβαση της αστυνομίας, με την επιπλέον βοήθεια του στρατού, ώστε να απομακρυνθούν. 4) Παρόμοιας μορφής «απεργία» είναι η λευκή απεργία κατά την οποία οι εργάτες παρέμεναν κανονικά στα πόστα τους και εργάζονταν κανονικά αλλά τηρώντας τους κανόνες της σύμβασης τους σε βαθμό που επηρεαζόταν ο ρυθμός της παραγωγής. Οι εργάτες δηλαδή δούλευαν κανονικά στο πόστο, αλλά οι ρυθμοί τους έριχναν σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος της παραγωγής. 5) Και τέλος, το πιο συγκρουσιακό είδος που αφορούσε την κατάληψη που έμεινε γνωστή ως work-in, κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν παίρνουν απλά τον έλεγχο του χώρου αλλά και της παραγωγικής διαδικασίας, μετατρέποντας την εταιρεία σε ένα είδος συνεταιρισμού. Τα τρία τελευταία είδη χρησιμοποιήθηκαν κατά βάση ενάντια στους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, γιατί αν το πόστο έχει καταληφθεί με κάποιον που κάθεται μπροστά από το μηχάνημα, η προσωρινή του αντικατάσταση είναι αδύνατη.
Όταν μιλάμε για απεργοσπασία τον 19ο και 20ο αιώνα δεν μιλάμε απλά για κάποιους πρόθυμους εργάτες που δεν τηρούν την απεργία που έχει κηρύξει το σωματείο τους. Μιλάμε και για επαγγελματικά δίκτυα ιδιωτών (Πίνκερτον – Φάρλευ) που προμήθευαν τις επιχειρήσεις με απεργοσπάστες όποτε ένα σωματείο κήρυσσε απεργία. Η «επαγγελματική» απεργοσπασία δεν είχε να κάνει μόνο με την αντικατάσταση των απεργών στον χώρο δουλειάς, αλλά αποτελούσε ένα ευρύ δίκτυο υπηρεσιών, που ξεκινούσε από τη μεταφορά και την εγκατάσταση των απεργοσπαστών στην εκάστοτε περιοχή, και έφτανε μέχρι τον εκφοβισμό και την άσκηση σωματικής βίας στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων. Το κράτος κατά κανόνα δεν στράφηκε ενάντια στην απεργοσπαστική μηχανή, όταν όμως το έκανε δεν είχε να κάνει τόσο με μία ευνοϊκή μεταχείριση του εργατικού κινήματος, όσο με το ότι αντιλαμβάνονταν ως απειλή τη δύναμη που αποκτούσαν οι ιδιωτικοί στρατοί των εργοδοτών.
Από την πλευρά του εργατικού κινήματος, η αντιμετώπιση των απεργοσπαστών, μπορούσε να λάβει ιδιαίτερα βίαιες όψεις, ιδίως κατά τη διάρκεια των απεργιών, με την κατά μέτωπο σύγκρουση να μην είναι σπάνια. Από πολλούς συνδικαλιστικούς φορείς όμως ιστορικά, έχει δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην πρόληψη και την εκ των προτέρων αντιμετώπιση του φαινομένου, π.χ οι Μπολσεβίκοι εργάτες, το 1905-1907 ίδρυσαν συμβούλια ανεργίας, που βοηθούσαν τόσο στην οργάνωση των πιθανών υποψήφιων απεργοσπαστών, όσο και στην αποτροπή τους από τέτοιου είδους επιλογές. Στα τέλη του 19ου αιώνα, το σωματείο σιδηρουργών της Δανίας, πλήρωσε επιδόματα ανεργίας στους ανέργους, ώστε να μη γίνουν απεργοσπάστες.
Ποιοι γίνονταν απεργοσπάστες; Μαύροι λόγω αποκλεισμών, και μετανάστες που πιάνονταν κατευθείαν από τα πλοία. Επιπλέον, οι Πρόσκοποι. Υπήρχε περίοδος που τα συνδικάτα απέκλειαν όποιον ήταν ταυτόχρονα μέλος στους Προσκόπους. Οι φοιτητές αποτελούσαν ίσως την πιο αξιόπιστη ομάδα απεργοσπαστών για τους εργοδότες. Από το 1901 έως το 1923 αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες πηγές απεργοσπαστών στις ΗΠΑ. Προερχόμενοι συνήθως από εύπορα στρώματα, με ελάχιστη ή καθόλου εργασιακή εμπειρία, κινητοποιούνταν τόσο από τις πολιτικές τους απόψεις ή όσο και από άλλου είδους ανάγκες, επιβεβαίωσης της μαχητικότητας τους κ.ά., και ήταν δύσκολο να επηρεαστούν από τα επιχειρήματα των απεργών και να αλλάξουν στρατόπεδο, κάτι που είχε παρατηρηθεί, αν και όχι σε μεγάλο βαθμό, από απεργοσπάστες – πρώην εργαζόμενους.
Η απεργοσπασία προφανώς έχει να κάνει και με το ποιοι δεν καλύπτονταν από τα σωματεία.
Ένα ζήτημα το οποίο επανέρχεται συχνά στην ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ είναι η συμπερίληψη των μαύρων εργατών στα συνδικάτα. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα το μεροκάματο ενός μαύρου εργάτη αποτελούσε περίπου το 1/3 του μεροκάματου ενός λευκού. Φωνές για συμπερίληψη των μαύρων υπήρχαν από το πανεργατικό συνέδριο της Βαλτιμόρης, το 1866, όμως οι περισσότεροι αντιπρόσωποι έριξαν όλες τους τις δυνάμεις στο 8ωρο. Στο τέλος του Συνεδρίου δεν είχε υπάρξει καν σύσταση για την εισδοχή των μαύρων στα συνδικάτα, πράγμα που αποδοκιμάστηκε από τους υποστηρικτές της πρότασης αυτής. Ως αποτέλεσμα της άρνησης των εργατικών σωματείων να δεχτούν ως μέλη μαύρους εργάτες, εκείνοι προχώρησαν στη δημιουργία δικών τους σωματείων και στην οργάνωση δικών τους απεργιών όπως π.χ η απεργία στο φράγμα της πόλης Μομπάιλ στην Αλαμπάμα το 1867 ή η απεργία των λιμενεργατών στη Σαβάνα. Μετά από αρκετές τέτοιου είδους κινητοποιήσεις, το βλέμμα του αμερικανικού εργατικού κινήματος στράφηκε πιο έντονα προς την πλευρά των μαύρων εργατών. Η Εθνική Εργατική Ένωση (NLU) σε συνέδριο της το 1869 αποφάσισε να συμπεριλάβει διακηρυκτικά τους μαύρους και τις γυναίκες στις τάξεις της. Η πραγματικότητα όμως για την πρόσβαση των μαύρων στην οργάνωση και τον εργατικό συνδικαλισμό, άλλαξε μετά από πολλά χρόνια και πολλούς αγώνες. Το ίδιο συνέβη και για τις γυναίκες. Στο συνέδριο του 1869 οι μαύροι εργάτες, δεν είχαν παρά 9 αντιπροσώπους, σε ένα σώμα που απαρτίζονταν από 142.
Πέραν του ρατσισμού οι μαύροι εξαιρούνταν από τα σωματεία και λόγω του ότι ήταν ανειδίκευτοι, και ήταν η περίοδος που εξαιρούνταν εν γένει οι ανειδίκευτοι.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι μετανάστες αποτελούσαν μεγάλο μέρος των εργατών στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με μία κρατική επιτροπή του 1911, υπολογίζεται πως τα 3/5 των εργατών ήταν μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς. Στα ορυχεία, οι μετανάστες καταλάμβαναν το 90% του εργατικού δυναμικού. Το σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα στις ΗΠΑ υπήρξε ιδιαίτερα διχασμένο σχετικά με τους μετανάστες. Τα πρώτα χρόνια, η AFL έβλεπε τη μετανάστευση ως ένα κόλπο τον κεφαλαιοκρατών για την μείωση των ημερομισθίων και την αμφισβήτηση των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος.
Μεταπολεμικά τα προβλήματα των συνδικάτων μετατοπίζονται. Ένα από τα βασικά ήταν η “τεχνοκρατικοποίηση”. Η τεχνοκρατικοποίηση σημαίνει ότι τα συνδικάτα: σταμάτησαν να είναι κυρίως οργανώσεις αγώνα που βασίζονταν σε εθελοντές, και μετατράπηκαν σε μεγάλους θεσμούς με: γραφειοκρατικές δομές, επαγγελματικά στελέχη πλήρους απασχόλησης, ειδικούς, νομικούς, τεχνικούς συμβούλους, διαπραγματευτές που συνομιλούσαν με κράτος και εργοδότες σε «από τα πάνω» επίπεδο, και σε έναν βαθμό είχαν και μία οικονομική εξάρτηση από το κράτος. Πέρασαν από τη λογική της συλλογικής αυτο-οργάνωσης στη λογική της διοικητικής διαχείρισης των εργασιακών σχέσεων. Αλλά για όλα αυτά νομίζω ότι θα μιλήσουν περισσότεροι οι επόμενοι/ες.




