Αυτό που ο Alain Badiou ονομάζει «Κομμουνιστική Υπόθεση» –και άλλοι/ες ονομάζουν κομμουνιστικό κίνημα ή κομμουνιστικό ρεύμα– δεν υπήρξε ποτέ ως πρόγραμμα διακυβέρνησης ή οδικός χάρτης για την κατάληψη των κρατικών μηχανισμών. Δεν υπήρξε, επίσης, ως απώτατος στρατηγικός στόχος ή ως στόχος-όραμα, ο οποίος δεν πρόκειται ποτέ να επιτευχθεί, αλλά παρ’ όλα αυτά χρησιμεύει στο να διαφοροποιεί όσους/ες τον επικαλούνται από άλλες πολιτικές πρακτικές που δεν τον επικαλούνται.
Το ερώτημα είναι σκληρό και αδυσώπητο: γιατί να υπηρετούμε μια ιδέα ή να επικαλούμαστε μια έννοια, της οποίας ακόμα και η πιο αμυδρή ελπίδα για την έναρξη της υλοποίησής της βρίσκεται πέραν του βιολογικού μας κύκλου; Τι σόι κινηματική πρακτική είναι αυτή κατά την οποία οι κοινωνικές αγωνίστριες επικαλούνται κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι πιθανό να μην προλάβουν να δουν ούτε τα δισέγγονά τους;
Ο Εμμανουήλ Καντ δίνει μια ικανοποιητική απάντηση για κάθε προοδευτικό αριστερό άνθρωπο. Υπάρχουν κάποιες έννοιες, όπως η Απόλυτη Δικαιοσύνη, η Τέλεια Δημοκρατία κ.λπ., που, όπως και αν τις εννοούμε, δεν θα υλοποιηθούν ποτέ, αλλά παρ’ όλα αυτά ρυθμίζουν τις πολιτικές μας πρακτικές στο σήμερα. Κάτι αντίστοιχο λέει και ο Badiou, όταν μιλά για τον μεγάλο αποπροσανατολισμό του σημερινού κόσμου. Λείπουν τέτοιες ρυθμιστικές έννοιες –όπως είναι ο «Κομμουνισμός»– που έχουν τη δυνατότητα να προσανατολίζουν την πολιτική μας δράση και να ενοποιούν τις στρατηγικές προσπάθειές μας.
Ο Κομμουνισμός, λοιπόν, είναι μια μέθοδος πολιτικής δράσης. Και το επόμενο ερώτημα είναι: μας αρκεί αυτή η διαπίστωση για να κατανοήσουμε τι είναι κομμουνισμός, πού έχει αποτύχει μέχρι τώρα και αν μπορεί να επανεκκινηθεί με κάποιον τρόπο η πολιτική του δραστικότητα;
Ο Μαρξ, στη «Γερμανική Ιδεολογία», λέει περίπου το εξής: «Για μας, κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες στο οποίο θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων». Η φράση αυτή λέει, με άλλα λόγια, ότι ο Κομμουνισμός δεν είναι ένα προγραμματικό όραμα που καλεί την πραγματικότητα να προσαρμοστεί στα κελεύσματά του αλλά, πολύ περισσότερο –ή και καθόλου αυτό–, μια μέθοδος αλλαγής και ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.
Στη σημερινή εποχή, αυτή η θεωρητική ένταση αποκτά μια νέα, ιδιότυπη διάσταση. Οι δημοσκοπικές έρευνες του Γιάννη Μαυρή για την ελληνική κοινωνία, μετά το 2015, αναδεικνύουν ένα παράδοξο: ο Κομμουνισμός, ως έννοια, επιβιώνει (στο 16% των ενήλικων πολιτών) στη συλλογική συνείδηση περισσότερο ως ισχυρή «ιστορική μνήμη» –ένα ηθικό απόθεμα αγώνων και δικαιοσύνης– παρά ως ενεργό, μελλοντικό πρόγραμμα ανατροπής. Στην ίδια κατηγορία κομμουνιστικών πεποιθήσεων θα τοποθετούσα και τον αναρχισμό, που με ένα άλλο 6% στις ίδιες έρευνες, συμπληρώνει ηλικιακά και ιστορικά το συνολικό κομμουνιστικό ρεύμα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό σήμερα.
Η μετατόπιση αυτή, από την υπόθεση της «ριζικής αλλαγής της πραγματικότητας» προς τη συναισθηματική αποδοχή του «κομμουνιστικού παρελθόντος», είναι απολύτως λογική. Το κομμουνιστικό ρεύμα –ή αυτή η ιδιότυπη πολιτική συμπάθεια προς την έννοια του κομμουνισμού– αποτελεί ένα 18-20% των ενηλίκων (από 17 ετών και άνω) και δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο (πιθανά το ποσοστό αυτό έχει αλλάξει, αλλά οι ίδιες έρευνες δείχνουν μια σταθερότητα κατά τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης). Είναι όμως απολύτως κοινωνικά και πολιτικά περιθωριοποιημένο και αφοπλισμένο. Το βλέμμα προς την ιστορική μνήμη είναι απολύτως δικαιολογημένο και θα ήταν λάθος να το ονομάσουμε «προσκόλληση στο παρελθόν». Αυτός ο συμπαθών κόσμος τα μόνα παραδείγματα υλικής ανατροπής της πραγματικότητας μπορεί να τα αντλήσει από το παρελθόν και όχι από το παρόν και το μέλλον. Διότι το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, εντελώς απροσδόκητα και για το ίδιο, άρχισε να αλλάζει την κοινωνική πραγματικότητα με απτό τρόπο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’40 και μέχρι τις αρχές της μεταπολίτευσης, με ουσιαστικές πολιτικές παρεμβάσεις και όχι μόνο με το ηθικό ανάστημά του. Εκεί λοιπόν, στις αρχές της μεταπολίτευσης, εντελώς παράδοξα, αρχίζει το κομμουνιστικό ρεύμα να μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση.
Ένας από τους βασικούς σκοπούς μιας σύγχρονης αριστερής πολιτικής οργάνωσης που επικαλείται το κομμουνιστικό ιδεώδες, είναι να βγάλει αυτό το κομμουνιστικό ρεύμα από την ιστορική του καταδίκη στην περιθωριοποίηση. Για να το κάνει, θα πρέπει να εξετάσει τους λόγους αυτής της περιθωριοποίησης και να δει αν, και με ποιον τρόπο, μπορεί να δημιουργηθεί μια «σκουληκότρυπα» εντός της ιστορίας και της περιόδου, που να μας βγάζει σε ένα νέο περιβάλλον αναδιάταξης των Κοινών Πραγμάτων.
Εξετάζοντας την πορεία από τις αρχικές ιστορικές μορφές οργάνωσης της τάξης μας (εργατικές ενώσεις, ενώσεις αλληλοβοήθειας κ.λπ.) έως τα πρώτα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, από την επανάσταση του 1848 (τη λεγόμενη «Άνοιξη των Λαών») και την Κομμούνα του Παρισιού, έως τη δογματική ακαμψία του Προγράμματος της Γκότα, το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί να ανασυνθέσει τα νήματα αυτής της ιστορικής διαδρομής, αναζητώντας ορισμένα από τα πιο σοβαρά αίτια για τα οποία η κομμουνιστική υπόθεση, από ζωντανή δύναμη μετασχηματισμού, θεωρείται στις μέρες μας «μουσειακό» απομεινάρι μιας άλλης εποχής.
Η κριτική του Μαρξ στο Πρόγραμμα της Γκότα αποτελεί, ίσως, την πιο εμβληματική στιγμή αυτής της πολιτικής, οργανωτικής και θεωρητικής διαμάχης. Εκεί, ο Μαρξ δεν ασκεί απλώς μια πολιτική κριτική σε μια συγκυριακή συμμαχία, αλλά απογυμνώνει τις θεωρητικές προκείμενες που οδηγούν το κομμουνιστικό κίνημα στον ιδεολογικό εκφυλισμό: την προσκόλληση σε «σιδηρούς νόμους» της οικονομίας, την αυταπάτη του «ελεύθερου κράτους» και την υποταγή της ταξικής πάλης σε μια γραφειοκρατική ηγεμονία, την οποία ήθελε και επεδίωκε η κατά τα άλλα χαρισματική ηγετική φυσιογνωμία του Λασάλ.
Η «Γκότα» είναι η πρώτη σοβαρή προειδοποίηση ότι όταν η κομμουνιστική υπόθεση θυσιάζει τη θεωρητική της πρωτοτυπία στον βωμό μιας πρόσκαιρης ενότητας, το κόμμα παύει να είναι φορέας ανατροπής και μετατρέπεται σε ένα ακόμα γρανάζι της αστικής πολιτικής μηχανής. Ας δούμε, με εξαιρετικά σύντομο τρόπο, τα πιο βασικά ζητήματα που θίγει η κριτική του Μαρξ στο πρώτο στιβαρό πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας, πριν αυτή διασπαστεί στις δύο βασικές συνιστώσες της: τη σοσιαλδημοκρατική-σοσιαλιστική και την κομμουνιστική-μπολσεβικική.
Το ζήτημα της εργασίας στο πρώτο ολοκληρωμένο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα
Ο Μαρξ ξεκινά λοιπόν με μια κριτική στην περίφημη φράση του κειμένου: «Η εργασία είναι η πηγή κάθε πλούτου και κάθε πολιτισμού».
Ο Μαρξ απαντά σχεδόν αμέσως ότι αυτό είναι λανθασμένο. Η εργασία δεν είναι η μόνη πηγή πλούτου. Η φύση είναι εξίσου πηγή των αξιών χρήσης. Με αυτή την παρέμβαση δεν κάνει απλώς μια «διόρθωση». Θέλει να δείξει ότι πίσω από μια φαινομενικά αθώα διατύπωση κρύβεται μια ολόκληρη ιδεολογική μετατόπιση. Αν λες ότι μόνο η εργασία παράγει πλούτο, τότε παρουσιάζεις την εργασία έξω από τις κοινωνικές σχέσεις, αποσιωπάται το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τελικά ανοίγει ο δρόμος σε «λασαλλικές ιδέες» περί «δίκαιης διανομής» αντί για επαναστατικό μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής. Ο Μαρξ θεωρεί ότι το πρόγραμμα μετακινείται από την ταξική πάλη προς έναν ηθικισμό περί «δίκαιου μεριδίου» και από την κριτική της πολιτικής οικονομίας προς κρατικιστικές αυταπάτες περί αναδιανομής του εισοδήματος.
Η αναδιανομή, χωρίς αντιμετώπιση του ζητήματος της ιδιοκτησίας, είναι αυταπάτη, διότι από κάποιο επίπεδο και μετά, η πολιτική πρακτική της αναδιανομής θα συναντήσει τις δυσκολίες και την κρίση αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης. Αυτό μας δείχνει η σύντομη εικοσαετία 1950–1970. Το δυτικό κράτος και η οικονομική πολιτική έδρασαν ενάντια στην αναδιανομή, όπως μας δείχνει ξεκάθαρα και η δεκαετία του ’70 σε όλη την Ευρώπη, καθώς και η εξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού από οικονομική θεωρία σε οριζόντιο κομματικό χαρακτηριστικό και, από εκεί, σε συνταγματική-κρατική ιδεολογία και γραφειοκρατική δομή.
Το ζήτημα των παραγωγικών συνεταιρισμών στο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα
Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», ο Μαρξ δεν απορρίπτει τους εργατικούς συνεταιρισμούς. Αντίθετα, τους θεωρεί σημαντική μορφή συλλογικής οργάνωσης της παραγωγής και ένδειξη ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να διευθύνουν οι ίδιοι την οικονομική δραστηριότητα χωρίς την παρουσία του καπιταλιστή. Η έντονη κριτική του στρέφεται όχι εναντίον των συνεταιρισμών ως τέτοιων, αλλά εναντίον της λασσαλικής αντίληψης ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί μέσω συνεταιρισμών που δημιουργούνται και χρηματοδοτούνται από το κράτος.
Ο Μαρξ θεωρεί ότι αυτή η πρόταση καλλιεργεί αυταπάτες για τον χαρακτήρα του κράτους και μετατρέπει την εργατική τάξη από υποκείμενο της χειραφέτησής της σε αποδέκτη κρατικής βοήθειας. Για τον ίδιο, η κοινωνική απελευθέρωση δεν μπορεί να παραχωρηθεί «από τα πάνω», αλλά πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ίδιας της δράσης και οργάνωσης των εργαζομένων. Γι’ αυτό επιμένει ότι η αξία των συνεταιρισμών βρίσκεται στο ότι αποτελούν έκφραση της αυτοδραστηριότητας της εργατικής τάξης και όχι προϊόν κρατικής κηδεμονίας.
Αν διαβάσουμε επιφανειακά την «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κομμουνιστική πρακτική είναι αντίθετη σε κάθε πρόταση για κρατικές τράπεζες. Η κομμουνιστική κριτική όμως δεν είναι κατά των κρατικών θεσμών ως τέτοιων, αλλά κατά της αυταπάτης ότι η κοινωνική χειραφέτηση μπορεί να προκύψει απλώς μέσω του κράτους. Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται είναι: η κρατική τράπεζα είναι εργαλείο για να ενισχυθεί η κοινωνική αυτοδιεύθυνση ή είναι ένας ακόμη μηχανισμός μέσω του οποίου το κράτος διαχειρίζεται τον καπιταλισμό;
Η βαθύτερη ανησυχία του Μαρξ δεν ήταν η κρατική πίστωση καθαυτή. Ήταν ότι η εργατική τάξη μπορεί να πάψει να σκέφτεται τον εαυτό της ως δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού και να αρχίσει να περιμένει τη λύση από ένα «καλό κράτος».
Από την άλλη, η κομμουνιστική πρακτική δεν είναι μια χίπικη-αναρχική πρακτική κατασκευής μιας νέας πραγματικότητας –έστω και μιας «νησίδας» αυτοδιαχείρισης– με στόχο την εξάπλωσή της μέσα στην καπιταλιστική οικονομία και την τελική της επικράτηση. Ο Μαρξ στην κριτική του μιλά για μεταβατική περίοδο και ακόμη για «δικτατορία του προλεταριάτου». Αν πίστευε στις «νησίδες αυτοδιαχείρισης», δεν θα χρειαζόταν να θέτει ζήτημα πολιτικής εξουσίας. Η εργατική τάξη πρέπει να κατακτήσει πολιτική δύναμη, ώστε να μετασχηματίσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις.
Οι συνεταιρισμοί, οι κοινότητες και οι μορφές αυτοδιαχείρισης έχουν αξία ως «σχολεία» συλλογικής δράσης και ως προεικονίσεις άλλων κοινωνικών σχέσεων. Όμως δεν μπορούν από μόνες τους να υποκαταστήσουν την πολιτική σύγκρουση γύρω από το κράτος, την ιδιοκτησία, την πίστωση, το χρήμα και τη συνολική οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής. Γι’ αυτό και η κομμουνιστική υπόθεση δεν στηρίζεται μόνο στα κινήματα, αλλά και στις πολιτικές οργανώσεις.
Το ζήτημα του δικαίου στο Πρόγραμμα της Γκότα
Η κριτική του Καρλ Μαρξ στο δίκαιο δεν αποτελεί προσπάθεια νομικής βελτίωσης των κανόνων ή των θεσμών, αλλά ριζική αποδόμηση της ίδιας της «νομικής μορφής». Για τον Μαρξ, το δίκαιο δεν είναι ένα αυτόνομο σύστημα ηθικών αρχών ή δικαιοσύνης που ίπταται πάνω από την κοινωνία, αλλά το ιδεολογικό εποικοδόμημα που αναδύεται από τις συγκεκριμένες υλικές σχέσεις παραγωγής.
Το θεμελιώδες σημείο της κριτικής του είναι ότι το δίκαιο στον καπιταλισμό είναι δομικά συνδεδεμένο με την εμπορευματική ανταλλαγή. Για να λειτουργήσει η καπιταλιστική αγορά, τα άτομα πρέπει να εμφανίζονται ως «ίσα» υποκείμενα, ανεξάρτητα από την πραγματική τους κοινωνική και οικονομική θέση. Το δίκαιο, επομένως, θεσμοθετεί αυτή την τυπική ισότητα, η οποία όμως χρησιμεύει στο να καλύψει την πραγματική ανισότητα. Ενώ το αστικό δίκαιο διακηρύσσει το δικαίωμα όλων στην ιδιοκτησία και την ελευθερία των συμβάσεων, στην πράξη επικυρώνει το δικαίωμα του καπιταλιστή να ιδιοποιείται την υπεραξία και του εργάτη να «επιλέγει» ελεύθερα να πουλήσει την εργατική του δύναμη για να επιβιώσει.
Ο Μαρξ, ιδιαίτερα στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», καταδικάζει την προσκόλληση σε έννοιες όπως το «ίσο δίκαιο» ή η «δίκαιη διανομή». Υποστηρίζει ότι το «ίσο δίκαιο» είναι, στην ουσία του, μια άνιση σχέση. Όταν εφαρμόζεται το ίδιο μέτρο σε ανθρώπους με διαφορετικές ικανότητες, οικογενειακές καταστάσεις και ανάγκες, το αποτέλεσμα είναι μια συστημική αδικία που παρουσιάζεται ως δικαιοσύνη. Επομένως, το αστικό δίκαιο παραμένει «στιγματισμένο» από τις καπιταλιστικές καταβολές του, καθώς διαιωνίζει την ανταλλακτική λογική και την ατομική ιδιοκτησία.
Η κομμουνιστική οπτική μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη νομική μορφή στην ταξική πάλη. Το κράτος και το δίκαιό του δεν είναι ο διαιτητής που επιλύει διαφορές, αλλά το όργανο της κυρίαρχης τάξης για τη διασφάλιση της αναπαραγωγής των σχέσεων εκμετάλλευσης. Η κριτική αυτή συνδέεται άρρηκτα με την προοπτική της «απονέκρωσης» του κράτους και του δικαίου: σε μια ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία, όπου η παραγωγή θα βασίζεται στις ανάγκες και όχι στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, η ανάγκη για νομικές ρυθμίσεις και δικαστικές διευθετήσεις θα εκλείψει.
Τελικά, η κριτική του Μαρξ στο δίκαιο δεν είναι άρνηση της ανάγκης για κοινωνική οργάνωση, αλλά άρνηση της «νομικής μορφής» ως τρόπου κοινωνικής συμβίωσης των «ίσων ατόμων». Καταδεικνύει ότι όσο η κοινωνία στηρίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία και το εμπόρευμα, το δίκαιο θα αποτελεί πάντα το «προσωπείο» της εξουσίας. Η πραγματική απελευθέρωση, κατά τον Μαρξ, δεν έγκειται στην κατάκτηση περισσότερων δικαιωμάτων εντός του νόμου (χωρίς να είναι αντίθετος στα περισσότερα δικαιώματα), αλλά στην υπέρβαση –και όχι εξάλειψη– του συστήματος που καθιστά την νομική μορφή των «ίσων ατόμων» απαραίτητο εργαλείο για την επιβολή της κυριαρχίας. Το «δίκαιο» σε μια διαδικασία ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων δεν μιλά για «ίσα άτομα», αλλά για μια διαρκή κοινωνική χειραφέτηση. Για παράδειγμα, μια φιλελεύθερη κοινωνία μπορεί να ρυθμίζει την ανεξιθρησκεία στο επίπεδο των ατόμων, αλλά σε μια κομμουνιστική κατάσταση η αναγνωρισμένη και πλήρης ελευθερία της θρησκευτικής πίστης ορίζει το πλαίσιο της κοινωνικής χειραφέτησης απέναντι σε κάθε θρησκευτική πίστη.
Κατά τον ίδιο τρόπο, μπορεί μια φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατική κοινωνία να έχει θεσπίσει ένα δίκαιο σύστημα «ίσων ευκαιριών» στην εκπαίδευση, αλλά σε μια κομμουνιστική στρατηγική το θέμα είναι η κατάργηση του διαχωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.
Το «διεθνές δίκαιο», ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας και η κομμουνιστική υπόθεση: Η περίπτωση της Παλαιστίνης
Από τη σκοπιά της κομμουνιστικής υπόθεσης, η «κρίση» του διεθνούς δικαίου δεν είναι εξαίρεση ή αποτυχία των διεθνών θεσμών, αλλά η κανονική λειτουργία ενός συστήματος που έχει σχεδιαστεί για να νομιμοποιεί την ισχύ.
Ο φιλελεύθερος και ο τίμιος σοσιαλδημοκρατικός λόγος υποστηρίζουν ότι υπάρχει ένας «κανόνας» (το διεθνές δίκαιο) και ότι συγκεκριμένοι ηγέτες ή κράτη τον «παραβιάζουν» ή τον «παραγκωνίζουν». Ο Μαρξ θα έλεγε ότι το «διεθνές δίκαιο» είναι η μορφή που παίρνει η βία των κυρίαρχων κρατών. Όταν ο Νετανιάχου ή ο Τραμπ δρουν εκτός των πλαισίων των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, δεν καταργούν το δίκαιο, απλώς αποδεικνύουν ότι, για τους ισχυρούς, το δίκαιο είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και αγνοείται όταν δεν το κάνει. Το δίκαιο δεν είναι πάνω από την ισχύ· η ισχύς χρησιμοποιεί το δίκαιο ως προσωπείο.
Ο Πασουκάνις –ένας μείζων σοβιετικός νομικός, θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων– υποστήριξε ότι το δίκαιο προϋποθέτει «ίσα υποκείμενα» στην αγορά. Έτσι και το διεθνές δίκαιο προϋποθέτει ισότιμα κράτη. Όμως, σε μια ιμπεριαλιστική διεθνή σκηνή, τα κράτη δεν είναι ίσα.
Όταν ένας ισχυρός ηγέτης «παραγκωνίζει» το δίκαιο, απλώς επιβεβαιώνει την ανισομέρεια της διεθνούς παραγωγής και ισχύος. Το διεθνές δίκαιο είναι «ελαστικό» για να επιτρέπει στους ισχυρούς να δρουν, διατηρώντας ταυτόχρονα το προσωπείο της νομιμότητας για τους αδύναμους. Η αντίδραση ενός μέρους της διεθνούς κοινότητας («πρέπει να επιβάλουμε το διεθνές δίκαιο») είναι μια φετιχιστική προσήλωση σε μια ψευδαίσθηση.
Το να ζητάς από έναν «δικαστή» (τον ΟΗΕ ή το Διεθνές Δικαστήριο) να σταματήσει έναν ιμπεριαλιστή ηγέτη, σημαίνει ότι εμπιστεύεσαι το ίδιο το όργανο που έχει δομηθεί από το κεφάλαιο και τα ισχυρά κράτη για να διασφαλίζει την «τάξη» τους.
Η κριτική στον «παραγκωνισμό» του δικαίου ενισχύει τον μύθο ότι, αν επιστρέφαμε στην «τήρηση» του δικαίου, όλα θα ήταν καλά. Όμως, η «τήρηση» του δικαίου είναι αυτή που επιτρέπει στις ανισότητες να διαιωνίζονται «νόμιμα». Η κομμουνιστική οπτική δεν οδηγεί στην κυνική αποδοχή της «ανομίας» –αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό της ηττημένης φιλελεύθερης αντίληψης– αλλά στην αποκήρυξη της νομικής αυταπάτης. Η κοινωνική χειραφέτηση δεν είναι νομική ισότητα και ελευθερία, αλλά άσκηση ελευθερίας.
Ο Νετανιάχου και ο Τραμπ δεν καταστρέφουν έναν «παράδεισο δικαιοσύνης», αλλά απλώς λειτουργούν έξω από τις συμβάσεις που μέχρι τώρα ήταν χρήσιμες για τη σταθερότητα του συστήματος. Η αποσταθεροποίηση που προκαλούν εμφανίζει κάποιες ευκαιρίες. Η πραγματική όμως απάντηση δεν είναι η «υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου», αλλά η δημιουργία μιας διεθνούς συμμαχίας των καταπιεσμένων, η οποία δεν θα ζητά «δικαιώματα» από τους διεθνείς θεσμούς, αλλά θα στοχεύει στην αποσυναρμολόγηση των υλικών όρων (οικονομικών, στρατιωτικών, πολιτικών) που επιτρέπουν σε αυτούς τους ηγέτες και σε αυτά τα κράτη να δρουν όπως δρουν. Η προσκόλληση στη «νομιμότητα» είναι η παγίδα που κρατά τα κινήματα εγκλωβισμένα σε μια γλώσσα που δεν μπορεί ποτέ να νικήσει την ωμή ισχύ. Μεταξύ των κανόνων του διεθνούς δικαίου επικρατεί η ισχύς των ιμπεριαλιστικών κρατών. Η καταγγελία της ανομίας δεν επαρκεί αν δεν στηριχθεί στην εμφάνιση της ισχύος της κομμουνιστικής υπόθεσης εντός των ιμπεριαλιστικών κοινωνιών· δηλαδή, αν δεν ασκηθεί η ίδια η κοινωνική χειραφέτηση των υποσυνόλων των ιμπεριαλιστικών κοινωνιών.
Από την άλλη, η αποφυγή της παγίδας του διεθνούς δικαίου δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε, για τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, τη λογική της «στρατοπέδευσης»· δηλαδή, την αναζήτηση μιας άλλης γεωπολιτικής ισχύος που να προέρχεται από έναν διαφορετικό συνασπισμό κρατών. Η κομμουνιστική πρακτική είναι μια στρατηγική μη αφομοίωσης. Ενώ δεν πρέπει να υπάρχει άρνηση των διεθνών συμμαχιών, αυτές οι συμμαχίες δεν θα πρέπει να αφομοιώσουν την παλαιστινιακή υπόθεση στην οργανική κατάσταση και στα συμφέροντα της γεωπολιτικής δύναμης που αντιμάχεται τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αλλά και η απελευθέρωση των γυναικών και κάθε άλλης κατηγορίας καταπιεσμένων, δεν είναι αφομοιώσιμες υποθέσεις σε καμία στρατηγική συμμαχία και σε καμία ρεαλιστική πολιτική, ακόμα και αν αυτή η ρεαλιστική πολιτική είναι τυπικά ή ουσιαστικά αντιιμπεριαλιστική. Για να το πούμε αλλιώς, δεν μπορεί να αφομοιωθεί η κομμουνιστική υπόθεση από τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Αντίθετα, πρέπει ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας να αφομοιωθεί από την κομμουνιστική υπόθεση.
Το πρόβλημα της οργάνωσης και της ηγεσίας στο πρώτο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα
Η «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» του Καρλ Μαρξ δεν είναι απλώς μια διαφωνία για ορισμένες θεωρητικές διατυπώσεις ενός κομματικού προγράμματος. Πίσω από τις παρατηρήσεις του Μαρξ διακρίνεται ένα βαθύτερο πρόβλημα που θα συνοδεύσει ολόκληρη την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος: το ζήτημα της οργάνωσης και της σχέσης της με τη χειραφέτηση των ίδιων των καταπιεσμένων.
Η ενοποίηση των δύο μεγάλων ρευμάτων του γερμανικού εργατικού κινήματος το 1875 στη Γκότα πραγματοποιήθηκε υπό την ισχυρή επίδραση των ιδεών του Φέρντιναντ Λασάλ. Ο Μαρξ θεώρησε ότι το νέο πρόγραμμα εγκατέλειπε κρίσιμα στοιχεία της κομμουνιστικής αντίληψης και υιοθετούσε μια λογική σύμφωνα με την οποία το κράτος και το κόμμα εμφανίζονταν ως οι κύριοι φορείς της κοινωνικής αλλαγής. Στην κριτική του δεν υπερασπιζόταν απλώς μια διαφορετική πολιτική θεωρία. Υπερασπιζόταν την ιδέα ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από κάποιον εξωτερικό σωτήρα, από ένα πεφωτισμένο κράτος ή από μια πολιτική ηγεσία που ενεργεί για λογαριασμό της. Η χειραφέτηση πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης.
Αυτή η φαινομενικά απλή θέση έχει τεράστιες οργανωτικές συνέπειες. Εάν η απελευθέρωση είναι έργο των ίδιων των εκμεταλλευόμενων, τότε η οργάνωση δεν μπορεί να νοηθεί ως μηχανισμός που τους αντικαθιστά. Ο ρόλος της είναι να συγκεντρώνει εμπειρίες, να παράγει στρατηγική, να συντονίζει αγώνες και να διατηρεί τη συλλογική μνήμη του κινήματος. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε ξεχωριστό υποκείμενο που δρα αντί της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της κριτικής του Μαρξ στον λασσαλισμό.
Το πρόβλημα αυτό επανεμφανίστηκε σε όλη την ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε ως όργανο πολιτικής συγκρότησης της εργατικής τάξης, αλλά σταδιακά απέκτησε δικούς της μηχανισμούς, επαγγελματικά στελέχη, κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους και γραφειοκρατίες. Το κόμμα που δημιουργήθηκε για να υπηρετεί το κίνημα άρχισε να αποκτά δική του αυτοτέλεια. Ο μπολσεβικισμός εμφανίστηκε ως κριτική σε αυτή την εξέλιξη, επιμένοντας στην ανάγκη επαναστατικής στρατηγικής και αποφασιστικής πολιτικής οργάνωσης. Ωστόσο, και ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με το πρόβλημα της γραφειοκρατικοποίησης, όταν το κόμμα ταυτίστηκε με το κράτος και τη διαχείριση της εξουσίας. Η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα αποτέλεσε μια ακόμη προσπάθεια να τεθεί το ερώτημα: πώς μπορεί να ελεγχθεί ένα επαναστατικό κόμμα όταν αυτό έχει ήδη μετατραπεί σε κέντρο εξουσίας;
Το ζήτημα που διατρέχει όλες αυτές τις εμπειρίες είναι το πρόβλημα του αρχηγισμού. Ο αρχηγισμός δεν είναι απλώς η ύπαρξη ηγεσίας. Κάθε πολιτική οργάνωση χρειάζεται ηγετικά στελέχη, πρόσωπα που αναλαμβάνουν ευθύνες, εκπροσώπους και συντονιστές. Ο αρχηγισμός εμφανίζεται όταν η συλλογική πολιτική βούληση συμπυκνώνεται σε ένα πρόσωπο και όταν η οργάνωση παύει να λειτουργεί ως χώρος συλλογικής επεξεργασίας και μετατρέπεται σε μηχανισμό επικύρωσης των αποφάσεων του ηγέτη. Σε αυτή την περίπτωση, το πρόγραμμα υποχωρεί μπροστά στο πρόσωπο, η στρατηγική μπροστά στην επικοινωνία και η πολιτική συμμετοχή μπροστά στην ανάθεση.
Οι σύγχρονες μορφές αρχηγικών κομμάτων αποτελούν, σε έναν βαθμό, την ακραία εκδοχή αυτής της τάσης. Δεν στηρίζονται σε ισχυρές οργανώσεις μελών ούτε σε σταθερές κοινωνικές αναφορές. Συγκροτούνται γύρω από τη δημόσια εικόνα ενός προσώπου που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και εγγύηση ενότητας.
Από αυτή την άποψη, η «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Το ερώτημα που θέτει δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο ενός προγράμματος, αλλά τη μορφή της πολιτικής οργάνωσης. Πώς μπορεί να υπάρξει μια συλλογική δύναμη ικανή να μετασχηματίσει την κοινωνία χωρίς να υποκαταστήσει τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί; Πώς μπορεί να υπάρξει ηγεσία χωρίς αρχηγισμό, οργάνωση χωρίς γραφειοκρατική αυτονόμηση και στρατηγική χωρίς ανάθεση; Το πρόβλημα αυτό δεν λύθηκε ούτε από τη σοσιαλδημοκρατία, ούτε από τον μπολσεβικισμό, ούτε από τα μεταγενέστερα επαναστατικά πειράματα. Παραμένει ίσως το κεντρικό πολιτικό ερώτημα κάθε σύγχρονης προσπάθειας που θέλει να συνδέσει την κομμουνιστική υπόθεση με τη δημοκρατική αυτοχειραφέτηση των ίδιων των ανθρώπων.
Τι πρέπει να μας μείνει από όλα αυτά
Η κομμουνιστική μέθοδος είναι η ανατροπή ή ο ριζικός μετασχηματισμός μιας υπάρχουσας δομής της πραγματικότητας, μαζί με την αντικατάστασή της από μια άλλη δομή, και όχι απλά η βελτίωση των νόμων και των θεσμών. Δεν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κομμουνιστικό ένα κίνημα που απλώς καταστρέφει μια υπάρχουσα δομή, χωρίς να έχει ιδέα τι θα την αντικαταστήσει.
Η σοσιαλδημοκρατική λογική, ενώ ξεκίνησε από την ανάγκη που ανέδειξε η επαναστατική περίοδος του 1848 –δηλαδή την ανάγκη ξεχωριστής πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης– κατέληξε να μην επιδιώκει την αλλαγή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, αλλά την παράκαμψή της. Τα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα δεν είναι απλά προγράμματα εισοδηματικής αναδιανομής, αλλά προγράμματα που προτείνουν την αναδιανομή για να μην προχωρήσουν και να αποφύγουν το κεντρικό ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.
Η σοσιαλδημοκρατία προσφέρει αντίστοιχες παρακάμψεις σε όλα τα κεντρικά ζητήματα. Προτείνει θεσμικές μεταρρυθμίσεις για να αποφύγει την υπέρβαση της βασικής νομικής μορφής, που είναι τα «ίσα άτομα απέναντι στον νόμο». Διακηρύττει τις ίσες ευκαιρίες αλλά αποφεύγει την κοινωνική χειραφέτηση, πρεσβεύει το διεθνές δίκαιο αλλά δεν θέλει να μιλήσει και να αναγνωρίσει τη δομή της ιμπεριαλιστικής εξουσίας έτσι όπως αυτή εκφράζεται στο γεωπολιτικό επίπεδο.
Αντίστοιχες παρακάμψεις της πραγματικότητας όμως έκαναν και τα κομμουνιστικά κόμματα στη Σοβιετική Ένωση και στην Κίνα, χωρίς να είναι τυπικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Παρακάμψεις με τραγικά αποτελέσματα.
Όταν ο Μαρξ γράφει ότι «η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης», δεν διατυπώνει απλώς μια δημοκρατική αρχή. Υποστηρίζει ότι ο κομμουνισμός δεν μπορεί να επιβληθεί από μια εξωτερική δύναμη, όσο φωτισμένη ή καλοπροαίρετη κι αν είναι. Η κοινωνία που βασίζεται στην ελεύθερη και συνειδητή συνεργασία των ανθρώπων δεν μπορεί να προκύψει από την παθητική υπακοή σε μια ηγεσία που δρα εξ ονόματός τους.
Για να το πούμε με δικά μας λόγια: η φράση «η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης» σημαίνει ότι η κομμουνιστική υπόθεση πρέπει να είναι μια επιθυμητή υπόθεση. Η ανάθεση στο κράτος, στο κόμμα, στον αρχηγό, στον ηγέτη, είναι η επιθυμία για αλλαγή της κατάστασής μας μέσω της συμβολικής εγγύησης που προσφέρουν όλοι αυτοί οι θεσμοί.
Ίσως γι’ αυτό η κοινωνική χειραφέτηση είναι τόσο σπάνια ιστορικά. Δεν απαιτεί μόνο οργάνωση και πολιτική δύναμη. Απαιτεί και την αποδοχή μιας θεμελιώδους αβεβαιότητας, χωρίς εγγύηση, που οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να αντέξουν.
Ειδικά στις μέρες μας, η πολιτική και κομματική κρίση είναι κρίση αποσύνθεσης των ίδιων των κοινωνικών μορφών πάνω στις οποίες στηριζόταν ο κλασικός ρεφορμισμός της σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα δεν υπάρχει καν το σταθερό κοινωνικό μπλοκ που θα μπορούσε να στηρίξει τον κλασικό σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό. Γι’ αυτό πολλές σημερινές κεντροαριστερές δυνάμεις δεν είναι πλέον καν «ρεφορμιστικές» με την ιστορική έννοια. Η κατάσταση αυτή μεγαλώνει τη θεμελιώδη αβεβαιότητα και οδηγεί στην εμφάνιση αριστερόστροφων προσωποπαγών κομμάτων ισχυρής ιδιοκτησίας. Κάτι τέτοιο, σε μαζική μορφή, αντιστρατεύεται τη διαδικασία δημιουργίας ταξικών πολιτικών υποκειμένων και στη θέση τους βάζει «ελαφριές» κομματικές μορφές που δημιουργούνται με ελάχιστο πολιτικό κεφάλαιο και απλά διατηρούν ένα εκλογικό κοινό σε εγρήγορση.
Μια οργάνωση, όσο μικρή και αν είναι, που θέλει να λέγεται κομμουνιστική, στην Ελλάδα σήμερα πρέπει να αντέξει αυτήν τη θεμελιώδη αβεβαιότητα που προϋποθέτει η επίκληση του ονόματος του κομμουνισμού. Πρέπει να αντέξει και, με αβέβαιο βηματισμό, να τολμήσει να γίνει μέρος μιας υπόθεσης που θα βγάζει το κοινωνικό δυναμικό του κομμουνισμού από την πολιτική απομόνωση.
Πως θα γράφαμε σήμερα την κριτική στο σημερινό πρόγραμμα της Γκότα
Αν ο κομμουνισμός είναι η μέθοδος της αλλαγής και ανατροπής της υπάρχουσας καπιταλιστικής τάξης (Καρλ Μαρξ. Η Γερμανική Ιδεολογία) τότε ο ιστορικός ρεφορμισμός, με το άρμα της σοσιαλδημοκρατίας, υπήρξε η προσπάθεια να παρακαμφθεί η αλλαγή της καπιταλιστικής υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Ο ρεφορμισμός είπε «ας αλλάξουμε το κράτος γιατί η αλλαγή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων είναι ιστορικά και πρακτικά εκτός της ανθρώπινης κλίμακας». Το κράτος χρειάζεται απελευθέρωση γιατί το κατέχει η αστική τάξη και ενίοτε η φεουδαρχία.
Η Κριτική του προγράμματος της Γκότα (1875), γράφτηκε από τον Μαρξ, για να επισημάνει αυτή την μέθοδο του ρεφορμισμού και να υπενθυμίσει ότι η κοινωνική απελευθέρωση είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και της αυτοοργάνωσης της και όχι υπόθεση μιας εξωτερικής παρέμβαση του κράτους που σε καμία περίπτωση δεν είναι ο απελευθερωτής της. Ο Κομμουνισμός είναι εντός της ανθρώπινης κλίμακας και όχι εκτός. Η εργατική τάξη και κάθε καταπιεσμένη κοινωνική κατηγορία χρειάζεται απελευθέρωση και όχι το κράτος. Το κράτος, ως βαθμίδα διεύθυνσης της οργανωμένης κοινωνίας, χρειάζεται διάλυση και όχι απελευθέρωση.
Σήμερα ο ιστορικός ρεφορμισμός με τις γνωστές ιστορικές και πολιτικές του μορφές δεν υπάρχει. Έχει αντικατασταθεί από κόμματα και οργανώσεις με ονοματεπώνυμο. Κόμματα και οργανώσεις που δημιουργούνται βάση ισχυρών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και που στόχος τους είναι να απελευθερώσουν, δήθεν, το κράτος από τη διαφθορά και την αυθαιρεσία, τον λαϊκισμό και την παλιά κομματοκρατία, από την γραφειοκρατία και την πολυνομία. Έχει πάψει δηλαδή το κράτος να αποτελεί πεδίο κοινωνικού αγώνα, επειδή το κατέχει αποκλειστικά μια τάξη, έστω όπως την εννοούσε αυτήν την κατοχή ο ιστορικός ρεφορμισμός.
Σήμερα στην Ελλάδα και ενώ έχουν περάσει 15 χρόνια σκληρών μνημονιακών και μεταμνημονιακών πολιτικών το βασικό και μεγαλύτερο πρόβλημα για τον «προοδευτικό» κόσμο φαντάζει να είναι η κατοχή της κυβέρνησης από μια διεφθαρμένη οικογένεια πολιτικών.
Αν γράφαμε τη σημερινή κριτική στο πρόγραμμα του Τσίπρα ή του Μακρόν πολύ πιθανά θα ξεκινάγαμε ως εξής:
«Η κοινωνική κατάσταση των λαϊκών τάξεων και άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων είναι εξαιρετικά δυσμενής στις μέρες μας. Στην κυβέρνηση, εδώ και χρόνια, υπάρχει ο Μητσοτάκης ή η Λεπέν. Άρα φταίει ο Μητσοτάκης και η Λεπέν.
Η παραπάνω φράση είναι εμπειρικά σωστή. Ισχύουν τα όσα λέει! Μόνο που η φράση ως λογική μορφή αποτελεί παράδειγμα ψευδούς αιτιότητας. Πολύ περισσότερο αποτελεί παράδειγμα πολιτικού φετιχισμού και κυνισμού. Όπως στο εμπόρευμα οι κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται ως ιδιότητες πραγμάτων, έτσι και στην πολιτική οι σύνθετες κοινωνικές σχέσεις και καταστάσεις εμφανίζονται ως ιδιότητες προσώπων.
Αν για να φύγει ο Μητσοτάκης επιβάλλουμε τον πολιτικό κυνισμό (δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο πάρα μόνο το φευγιό του Μητσοτάκη) τότε η πολιτική μας πρόταση είναι η εθελοδουλεία των λαϊκών τάξεων και όχι η κοινωνική χειραφέτηση. Αν για να αποφύγουμε την εθελοδουλεία επιθυμήσουμε την επιστροφή στον παλιό καλό ρεφορμισμό τότε θα πρέπει να επιστρέψουμε σε προηγούμενες κοινωνικές μορφές – με ποιο τρόπο είναι άγνωστο – αγνοώντας τις υπάρχουσες κοινωνικές μορφές.
Σε κάθε περίπτωση ο κομμουνισμός ως κατάργηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και όχι ως κατάργηση της προηγούμενης τάξης πραγμάτων (το ΠΑΣΟΚ το 80’ νίκησε την ιστορική δεξιά της ΕΡΕ και όχι την σύγχρονη φιλελεύθερη δεξιά) είναι ταυτόχρονα η πιο λογική, η πιο αληθινή και η πιο αμφίβολη στρατηγική που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Ο κομμουνισμός είναι η πιο ισχυρή τάση της πραγματικότητας αλλά χωρίς καμία εγγύηση ότι αν την ακολουθήσουμε θα έχουμε αίσιο τέλος. Οι σύγχρονες αριστερές ή αριστερίζουσες δυνάμεις επιλέγουν την εγγύηση και παρακάμπτουν τον κομμουνισμό. Εγγύηση για ποιόν σκοπό όμως και γιατί;
Πέτρος Σταύρου, σβ Βορειοανατολικής Αττικής
Ελάχιστες Αναφορές:
- Καρλ Μαρξ. Η κριτική του προγράμματος της Γκότα. Παρατηρήσεις στο πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος. https://athens.indymedia.org/post/532729/
- Καρλ Μαρξ – Φρίντριχ Εγκελς. Η Γερμανική Ιδεολογία.
- Θανάσης Γκιούρας. Το κόμμα και η κριτική. Ιστορικές και ερμηνευτικές προκείμενες για τις κριτικές στα προγράμματα Γκότα και Εμφούρτη. Εκδόσεις Τόπος
- Alain Badiou. Η κομμουνιστική υπόθεση. Εκδόσεις Πατάκη
- Alain Badiou. Παρατηρήσεις για τον αποπροσανατολισμό του κόσμου. Εκδόσεις Αγρα
- Γιάννης Μαυρής. Το κόκκινο και το Μαύρο. https://www.mavris.gr/5038/red-and-black/







