Το κίνητρο για την παρέμβασή μου στην εν εξελίξει Συνδιάσκεψη της οργάνωσης μου το προσέφερε η ενότητα της κεντρικής εισήγησης που αναφέρεται στο όραμά μας, τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα. Θα πω λοιπόν εξ αρχής, ότι ενώ η ιδέα του να συζητήσουμε ένα τέτοιο υπερσυγκυριακό θέμα μου φάνηκε εξαιρετικά πρωτότυπη και γόνιμη, η περιγραφή αυτού του οράματος στο εισηγητικό κείμενο μου θύμισε το αντίστοιχο όραμα της «κομμουνιστικής ανανέωσης», που είχε προτείνει το ΚΚΕ εσωτ., πριν από 55 χρόνια, και εξηγώ αμέσως γιατί. Και στις δυο περιπτώσεις, η περιγραφή του οράματος γίνεται ουσιαστικά εν κενώ, χωρίς δηλ. να συνοδεύεται από μια επαρκή ανάλυση του ποιος είναι ο υπαρκτός κομμουνισμός, ποια είναι η κοινωνική του γείωση, οι θεωρητικές του αναφορές, η πορεία του στο πέρασμα του αιώνα, και βέβαια οι προοπτικές του. Το κείμενο της εισήγησης αρκείται στο να σημειώσει ότι «τα διάφορα ιστορικά ρεύματα του κομμουνιστικού κινήματος έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, παρακάμπτοντας μ’ αυτό τον τρόπο όλα τα παραπάνω ερωτήματα. Κι όμως, τα ερωτήματα αυτά, και πολλά άλλα που θα προκύψουν στη συνέχεια, αν θέλουμε να δούμε τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα όχι ως ευσεβή πόθο αλλά ως εν δυνάμει αντίπαλο δέος του καπιταλισμού, δεν μπορούμε να τα παρακάμψουμε.
Το όραμα του κομμουνισμού του 21ου αιώνα θα πατάει γερά στα πόδια του μόνο αν προκύπτει μέσα από την ανάλυση της πορείας του κομμουνισμού του 20ου αιώνα. Στα όσα ακολουθούν προσπαθώ να κωδικοποιήσω σε ένα λογικό ερμηνευτικό σχήμα εκτιμήσεις που δεν είναι ξένες στον πολιτικό μας χώρο, προφανώς χωρίς να προτείνω μια οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό, που είναι και θα παραμείνει ανοιχτό προς συζήτηση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Είναι κοινός τόπος ότι το κομμουνιστικό κίνημα, στις διάφορες εκδοχές του, από την άποψη της επιρροής του στους πολιτικούς και ιδεολογικούς ανταγωνισμούς του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, βρίσκεται σήμερα σε οριακό σημείο: οι χώρες που μπορούμε να το εντοπίσουμε ως διακριτό πολιτικό ρεύμα είναι ελάχιστες και στις περισσότερες από αυτές η κοινωνική του γείωση είναι αισθητά περιορισμένη. Από την άποψη της απήχησης – εκλογικής αλλά και γενικότερα πολιτικής – στον κόσμο της μισθωτής εργασίας, το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σήμερα στο κατώτερο σημείο της ιστορίας του, έχοντας υποσκελιστεί – και με διαφορά – από την αντίστοιχη απήχηση των δυνάμεων της ακροδεξιάς.
Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ; Ήταν άραγε μοιραίο τα άλλοτε κραταιά ΚΚ και οι κομμ. οργανώσεις της δυτικής Ευρώπης να μπουν σε μια πορεία παρακμής και προοδευτικού εκφυλισμού από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ανίκανα να απαντήσουν στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις της εποχής, και τον επελαύνοντα νεοφιλελευθερισμό της δεκαετίας του ’80; Ήταν μοιραίο να μην έχουμε σήμερα να θυμόμαστε τίποτα άλλο από την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, διεθνούς και ελληνικού (ιδίως αυτού) πέρα από τους ηρωικούς αγώνες και τις θυσίες των χιλιάδων απλών αγωνιστών του, που προσέφεραν τη ζωή τους στην υπόθεση της τάξης τους, αγώνες και θυσίες που μένουν ακόμα αδικαίωτοι, αφού ο ταξικός αντίπαλος αποδείχθηκε πάντα πολλαπλά ισχυρότερος;
Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, και οι αιτίες της ιστορικής παρακμής είναι πολυσύνθετες και επικαθορισμένες από παράγοντες εξωτερικούς προς την ταξική πάλη. Θα ήθελα ωστόσο να σταθώ σε κάποια σημεία που αφορούν τη γενικότερη φυσιογνωμία και της στρατηγική των παραδοσιακών ΚΚ της Δύσης (φυσικά και της Ελλάδας) που κατά τη γνώμη μου βάρυναν αποφασιστικά στην αδυναμία τους να ανταποκριθούν στα καθήκοντα που τους έθετε το ανελαστικό περιβάλλον των αναδιαρθρώσεων της παραγωγής και της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Μιλάω βέβαια για τη «μεταμόρφωση» των ΚΚ στη λογική της τριτοδιεθνιστικής παράδοσης, στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Από τη μεταμόρφωση αυτή συγκρατώ δυο ουσιώδη στοιχεία:
Το πρώτο στοιχείο είναι η εγκατάλειψη του οράματος του κομμουνισμού ως υπέρβασης του καπιταλισμού, που ορίζεται από τον επαναστατικό μετασχηματισμό των σχέσεων ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, και συνολικά των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής (αλλά και όλων κοινωνικών βαθμίδων). Το όραμα του κομμουνισμού συνέχισε βέβαια να αναφέρεται (όλο και σπανιότερα, ωστόσο), αποκομμένο όμως από την καθημερινή πολιτική πρακτική και τον πολιτικό λόγο των ΚΚ, προκειμένου να διασκεδάζει την ασυνέχεια με την προγενέστερη φυσιογνωμία. Ουσιαστικά, ο στρατηγικός ορίζοντας του κομμουνισμού αντικαταστάθηκε από την εικόνα ενός σοσιαλισμού που ορίζεται από την ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης των μισθωτών και τη γενναιόδωρη διεύρυνση της γκάμας των δημόσιων αγαθών που θα εγγυάται το μελλοντικό σοσιαλιστικό κράτος. Οι εξαιρέσεις από τη γενική διαπίστωση ότι στη διάρκεια του 20ου αιώνα, το κομμουνιστικό κίνημα συνολικά υποτίμησε τη σημασία του μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων στην παραγωγή και τη διανομή, είναι ελάχιστες, και για την ακρίβεια η εξής μια: η κινεζική πολιτιστική επανάσταση, αυτό το παρεξηγημένο και συκοφαντημένο εργαστήρι κοινωνικού και πολιτικού πειραματισμού, με τη συμμετοχή εκατομμυρίων ανθρώπων, που αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη και τελικά με εχθρότητα από την κομματική γραφειοκρατία.
Με αυτά τα δεδομένα, το ζητούμενο για την τριτοδιεθνιστική παράδοση έπαψε να είναι ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων εκμετάλλευσης και εξουσίας, αλλά η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου μέσω της αύξησης των μισθών (συνδικαλιστικός αγώνας) και της φορολόγησης των (υπερ)κερδών των επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας (πολιτικός -κοινοβουλευτικός αγώνας)[1]. Και δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός ότι στην πορεία των πραγμάτων, το βάρος της καμπάνιας για την κατάκτηση της «κοινωνικής δικαιοσύνης» μετατοπίστηκε προς το μέρος της αναδιανομής μέσω της φορολόγησης των πολυεθνικών και των υψηλών εισοδημάτων, θέτοντας ακόμα και τις μισθολογικές αυξήσεις, όταν το απαιτούσαν οι συγκυρίες (κρίση, ύφεση, κλπ) σε δεύτερη μοίρα[2]. Η Δεύτερη διεθνής με μια καθυστέρηση δυο-τριών δεκαετιών έπαιρνε την εκδίκησή της.
Αν και δεν είναι αυτό το θέμα μας, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η στρατηγική της αναδιανομής του πλούτου μέσω της προοδευτικής φορολογίας στην οποία εμμονικά επένδυσε συνολικά σύμπασα η αριστερά σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο, έχει αποδειχθεί ελάχιστα αποτελεσματική, όχι μόνο γιατί, όπως έχει δείξει η ιστορική πείρα, οι φορολογικές επιβαρύνσεις καταργούνται σε μια ευνοϊκότερη συγκυρία και μάλιστα πολύ πιο εύκολα απ’ όσο αγώνα χρειάστηκε για να επιβληθούν, αλλά και γιατί το κεφάλαιο – σε συνθήκες ελευθέρου εμπορίου – μπορεί πάντα να εκβιάζει μια προνομιακή μεταχείριση με την απειλή της μεταφοράς του σε χώρες με την ελάχιστη δυνατή φορολογία.
Η στρατηγική της αναδιανομής χρεωκόπησε ολοκληρωτικά, όταν με την εμπέδωση των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού και την πλήρη επικράτηση των επιταγών της συσσώρευσης κεφαλαίου, τερματίστηκε κάθε διαπραγμάτευση μεταξύ των εταίρων του κοινωνικού συμβολαίου της «χρυσής τριακονταετίας», Το πράγμα προχώρησε ακόμα περισσότερο, στην κατεύθυνση της «αντίστροφης αναδιανομής», με πάγωμα των μισθών, και κάθε είδους φορολογικές διευκολύνσεις του κεφαλαίου. Η διπλή κρίση του κράτους και του κεφαλαίου έπρεπε να ξεπεραστεί με τη μεταφορά της στις πλάτες του κόσμου της εργασίας, και μια ορισμένη «εθνικά υπεύθυνη» αριστερά αποδέχτηκε αυτή τη λογική, προκαλώντας τη δική της κρίση, αξιοπιστίας και εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων, και τελικά τη δική της μη αντιστρέψιμη παρακμή.
Το δεύτερο σημείο της μεταμόρφωσης των οργανωμένων δυνάμεων του κομμουνιστικού κινήματος στα τριτοδιεθνιστικά πρότυπα είναι η προοδευτική τους γραφειοκρατικοποίηση και η δημιουργία ενός κομματικού οχυρού που αποσκοπούσε στο να εξασφαλίσει ότι η επικοινωνία κόμματος και μαζών θα είναι πάντα μονοσήμαντη: από το κόμμα προς τις μάζες, και ποτέ αντίστροφη. Το κόμμα έπρεπε να μένει ανεπηρέαστο από τον ανεξέλεγκτο ριζοσπαστισμό των μαζών και την κοινωνική αμφισβήτηση του καθοδηγητικού του ρόλου, και των συχνά ανομολόγητων επιλογών του. Δεν πρέπει να διστάσουμε να αποδεχτούμε ότι το ΚΚ ως κόμμα της κοινωνικής πρωτοπορίας δημιουργήθηκε εξ αρχής με μια λογική στην οποία ενυπήρχαν στοιχεία αυταρχικής σχέσης με τις μάζες, στη βάση του ότι το κόμμα κατέχει τα εργαλεία μιας συνολικής (και επιστημονικής) εποπτείας της κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία στερούνταν οι αυθόρμητα κινητοποιούμενες μάζες. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποδεικνύει ότι η αυταρχική σχέση της ιστορικής μορφής «κομμουνιστικό κόμμα» με τις μάζες έχει μια ευρύτερη διάσταση, πέραν της «σταλινικής παρέκκλισης», αξίζει να αναφερθεί ότι αυτός που είχε ταχθεί το 1919-1921 υπέρ της στρατιωτικής οργάνωσης των εργατικών συνδικάτων στην ΕΣΣΔ, στη λογική ότι δεν θα ήταν ανεκτό οι ανεξέλεγκτες εργατικές διαμαρτυρίες και πιθανές απεργίες να θέσουν σε κίνδυνο τη σοβιετική εξουσία, ήταν ο Τρότσκι και όχι ο Στάλιν.
Όπως αποδείχθηκε, δυστυχώς εκ των υστέρων, η ιδέα ότι το Κόμμα έχει πάντα δίκιο γιατί καθοδηγείται από μια επιστημονική εποπτεία της πραγματικότητας, αποτελεί μια φαντασίωση. Στη θέση της επιστημονικής εποπτείας υπήρχαν πολλές φορές ταπεινές σκοπιμότητες, φοβίες (βλ. πχ. την αρχική καταγγελία της εξέγερσης του Γαλλικού Μάη από την ηγεσία του «νομιμόφρονος» ΓΚΚ[3], ή την περίπου μόνιμη καταγγελία των φοιτητικών καταλήψεων από την ΚΝΕ), δειλία απέναντι στην παραδοχή προγενέστερων λαθεμένων επιλογών, και σχεδόν πάντα, απουσία περιβάλλοντος ελεύθερου δημοκρατικού και συντροφικού διαλόγου. Οι αυταρχικές αυτές «προδιαθέσεις» μετατρέπονταν (δυστυχώς) σε τάσεις άσκησης λίγο ως πολύ ολοκληρωτικών πρακτικών κάθε φορά που κομμουνιστικές ηγεσίες ή κάποια μέλη της «καθοδήγησης» βρέθηκαν σε θέσεις μέσω των οποίων ασκούσαν εξουσία – είτε κρατική εξουσία, είτε απλά την «εξουσία» ενός υπευθύνου ενός θαλάμου πολιτικών κρατουμένων σε κάποιες μεταξικές φυλακές. Η ιστορία του 20ου αιώνα βρίθει από περιστατικά τέτοιων βίαιων (συχνά αιματηρών) αυταρχικών εξουσιαστικών πρακτικών, από την καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, τη διάλυση του αναρχικού κινήματος στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, την εξόντωση των «αιρετικών» αρχειομαρξιστών και όχι μόνον, η σπίλωση της τιμής πολλών άλλων[4], στη διάρκεια της «εθνικής αντίστασης»[5], μέχρι τις λογικές «αστυνομίας του κινήματος» της ελληνικής μεταπολίτευσης, την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης της Τιεν Αν Μεν, κοκ.
Με αυτά τα δεδομένα[6], δεν είναι παράδοξο ότι οι μεγάλες επαναστάσεις του 20ου αιώνα, η σοβιετική και η κινέζικη, σε κάποια κρίσιμη καμπή τους (το ’28 – ‘29 με τη βίαιη κολλεκτιβοποίηση η σοβιετική, τη δεκαετία του ’70 με τον βίαιο εκσυγχρονισμό η κινεζική) παρέκκλιναν του στόχου τους, και ακολούθησαν ένα δρόμο «παλινόρθωσης» των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και εξουσίας. Το ότι αυτή η πορεία δρομολογήθηκε από τα ίδια τα ΚΚ δεν έχει καμιά σημασία. Ή μάλλον, η μόνη σημασία που έχει είναι ότι ευτελίζουν στα μάτια των αριστερών ανθρώπων όλου του κόσμου το κύρος των ιδεών της κοινωνικής ανατροπής και του κομμουνισμού. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση του κύρους και της ελκτικότητας αυτών των ιδεών προϋποθέτει όχι απλά την πιο απερίφραστη αποστασιοποίησή μας από τα εκμεταλλευτικά καθεστώτα με τα οποία συνδέθηκαν ιστορικά αυτές οι επαναστάσεις, αλλά και την πιο τεκμηριωμένη αξιοποίηση αυτής της (αρνητικής) ιστορικής πείρας, ώστε να αντλήσουμε απ’ αυτήν τα αναγκαία θεωρητικά και πολιτικά διδάγματα.
Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες του 21ου αιώνα βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην αδήριτη ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας «χωρίς φόβο και πάθος» με τα ελλείμματα, τις σκοτεινές πλευρές και γενικότερα όλες εκείνες τις όψεις του κομμουνισμού του 20ου αιώνα που είναι ασύμβατες με το χειραφετητικό του πρόταγμα, και να αναδείξουμε και να εμπνευστούμε από τις φωτεινές του στιγμές, γιατί αναμφίβολα υπάρχουν και τέτοιες, και δεν είναι λίγες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προκειμένου «οι ουτοπίες του σήμερα να γίνουν νίκες του αύριο».
Συντροφικά,
Χρήστος Βαλλιάνος
ΣΒ Βορειοανατολικής Αθήνας
[1] Ενδεικτική από αυτή την άποψη είναι η πρόσφατη άρνηση του ΚΚΕ να υποστηρίξει το αίτημα του να περάσουν οι σιδηρόδρομοι στον έλεγχο του δημοσίου, στην προοπτική ενός κοινωνικού – εργατικού ελέγχου, με την (πιθανή) λογική ότι ο μόνος πραγματικός εργατικός έλεγχος είναι αυτός που ασκείται από το ΚΚΕ.
[2] Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΙΚΚ και οι παραλλαγές του για τα αντίστοιχα ευρωκομμουνιστικά κόμματα.
[3] Και το οποίο, όταν αποφάσισε να συμμετάσχει στην εξέγερση, λειτούργησε ως ξένο σώμα στο εσωτερικό της.
[4] Από αυτή την άποψη, η εκδήλωση της Αναμέτρησης προς τιμή του κόκκινου δάσκαλου, Νίκου Πλουμπίδη ήταν από τις ευτυχέστερες πρωτοβουλίες της οργάνωσης.
[5] Παρεμπιπτόντως, «εθνικοαπελευθερωτικό και λαϊκό αγώνα το λέγαμε τότε, ο όρος εθνική αντίσταση μας προέκυψε πολλά χρόνια αργότερα, όπως σημειώνει ο αγνοημένος από τους πάντες, πρώτος γραμματέας του ΕΑΜ, Θανάσης Χατζής.
[6] Και με πολλά άλλα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν στα πλαίσια ενός άρθρου συμβολής σε μια συνδιασκεψιακή διαδικασία, όπως για παράδειγμα, η εγκατάλειψη της θεωρητικής δουλειάς, που άφησε τα ΚΚ απροσανατόλιστα στο αχανές πέλαγος της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, του εθνικισμού, του οικονομισμού, του τεχνοκρατισμού, κλπ.







