«Σκέφτομαι όλο και συχνότερα πως ό,τι είναι σημαντικό για μένα πρέπει να το λέω, να το κάνω λέξεις και να το μοιράζομαι, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να του αλλάξουν τα φώτα ή να το παρεξηγήσουν. Ότι το να μιλάω με ωφελεί, πέρα από όλα τα άλλα». Audre Lorde
Εγώ αδερφή μου σε πιστεύω. Μία φράση στην οποία ,με αφορμή μια καταγγελία που έκανε το γύρο του διαδικτύου, τον τελευταίο καιρό, κάποιοι αποφάσισαν να βάλουν ερωτηματικό. Σε μία κοινωνία που μαθαίνει τα κορίτσια πως δεν πρέπει να ενοχλούν, δεν πρέπει να προκαλούν και πως οφείλουν να βάζουν τις επιθυμίες των άλλων πάνω από τις δικές τους, και παράλληλα πως ό,τι τους συμβαίνει είναι με κάποιο τρόπο δική τους ευθύνη, βαραίνει εκείνα, και είναι λόγος για να ντρέπονται, δεν χωράει καμία αμφισβήτηση και κανένα ερωτηματικό, όταν μία από εμάς αποφασίζει να μιλήσει, όταν βρίσκει το θάρρος να καταγγείλει. Είναι το πρώτο που μπορούμε να δώσουμε: την φροντίδα και την στήριξη μας.
Όμως οι δύο αυτές στάσεις, δεν δείχνουν απλά μια διάσταση «απόψεων». Μας δείχνουν ένα δίπολο. Μας δείχνουν προς ποια κατεύθυνση πρέπει να πάμε και ποιες μάχες έχουμε να δώσουμε εντός και εκτός χώρου. Από τη μία πλευρά είναι αυτές που ανατρίχιασαν διαβάζοντας την καταγγελία γιατί ξέρουν πως θα μπορούσαν να ήταν στη θέση της καταγγέλλουσας, είναι αυτά που πάντα φωνάζουν για τον σεξιστικό και ομοτρανσφοβικό λόγο και την έμφυλη βία, είναι αυτά που ξέρουν ότι το να φύγεις δεν είναι πάντα επιλογή. Από την άλλη είναι αυτοί που σοκαρίστηκαν και επέλεξαν να δείχνουν το θύμα με το δάχτυλο, είναι αυτές που κάνουν τα στραβά μάτια, είναι αυτοί που κανονικοποιούν τον έλεγχο και την σεξουαλική επιθετικότητα πάνω στα σώματά μας. Γιατί έτσι μας μαθαίνει η κουλτούρα του βιασμού. Να κανονικοποιούμε το σύνολο των πατριαρχικών προτύπων και σεξιστικών συμπεριφορών που εμφανίζονται σε όλους τους τομείς της ζωής μας και να μεταφέρουμε την ευθύνη στις θηλυκότητες.
Για αυτό η ορατότητα είναι πολύ σημαντική. Είναι σημαντικό οι θηλυκότητες να μιλούν για τα βιώματά τους, ακριβώς γιατί χτυπάει την εσωτερικευμένη κουλτούρα βιασμού, δηλαδή το “μήπως έφταιγα εγώ;” και την εντύπωση πως ένα τέτοιο βίωμά είναι ντροπή που πρέπει κάποια να περάσει μόνη της.
Τουλάχιστον τα τελευταία δέκα χρόνια στην χώρα μας, η ορατότητα που έχει δοθεί στο ζήτημα της έμφυλης βίας και λόγω των παρεμβάσεων των φεμινιστικών συλλογικοτήτων και της ριζοσπαστικής αριστεράς, έχει καταφέρει να ονοματίσει και να δώσει το κατάλληλο λεξιλόγιο στα περιστατικά έμφυλης βίας -από την παρενόχληση έως την γυναικοκτονία- και σε ένα βαθμό έχει καταφέρει να μετατοπίσει τον δημόσιο διάλογο.
Και πράγματι, η ριζοσπαστική αριστερά έχει πια κατακτήσει σε ένα βαθμό τόσο τα θεωρητικά εργαλεία, όσο και υποτυπώδεις τακτικές διαχείρισης περιστατικών και καταγγελιών έμφυλης βίας. Όμως και ο χώρος των κινημάτων, εξακολουθεί να αποτελείται από ανθρώπους που ζουν και μεγαλώνουν μέσα σε αυτήν την ίδια πατριαρχική κοινωνία, όπως όλοι. Είναι αλήθεια πως το πρότυπο του ματσό άντρα-συνδικαλιστή, έχει διαιωνιστεί μέσα στα χρόνια, πολλοί και πολλές έχουν θαυμάσει πρόσωπα που φέρουν αυτή τη ματσίλα, θεωρώντας πως αυτή είναι η απόδειξη της μαχητικότητας ή της ¨αριστεροσύνης¨, όπως επίσης πολλές μπορεί να έχουν υιοθετήσει αυτή τη στάση, μιας που θα ήταν ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν σε αυτήν την συνθήκη.
Μπορούμε πια να παραδεχτούμε πως κάτι τέτοιο αποτελεί μία απαρχαιωμένη λογική. Άλλωστε αυτό αποδεικνύεται κάθε φορά στον δρόμο με την δυναμικότητα που αντικρίζουμε σε πορείες του φεμινιστικού κινήματος. Και στην τελική όλα αυτά που αναφέρθηκαν είναι κενά αν και εμείς τα ίδια δεν φροντίζουμε να διατηρούμε αυτό το πρότυπο αγώνα και να το αναδεικνύουμε μέσα από την φυσιογνωμία μας, από τον τρόπο που συνομιλούμε με τους συντρόφους/φισσες μας, και όπου παρεμβαίνουμε.
Η λύση για την εξάλειψη της έμφυλης βίας και της πατριαρχίας δεν είναι η αυστηροποίηση του ποινικού κώδικα. Το ζήτημα είναι να υιοθετήσουμε και σε συλλογικό επίπεδο φροντιστικές συμπεριφορές, καλλιεργώντας την φεμινιστική λογική και εκπαιδεύοντας συνεχόμενα εμάς τα ίδια πάνω σε αυτή. Έτσι μπορούμε να ανακαλύψουμε τελικά ένα νέο τρόπο πολιτικής πρακτικής. Έναν τρόπο, ο οποίος αν και θα παραμένει μάχιμος, θα είναι τελικά αποστειρωμένος από την μάτσο λογική των τόσων χρόνων, που συναντάμε συνεχώς τόσο στην σχολή ή στη δουλειά μας, όσο και στους συλλογικούς αγώνες. Είναι πλέον καιρός να αρχίσουμε να διαμορφώνουμε τους κοινωνικούς χώρους στους οποίους βρισκόμαστε, σε χώρους ασφαλείς, χώρους χωρίς σεξιστικό λόγο και παραβατικές συμπεριφορές, χώρους όπου δεν θα φοβόμαστε να υπάρξουμε όπως εμείς θέλουμε, όπως είμαστε.







