Σε λίγες μέρες ξεκινά το 27ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας, ένα σταθερό ορόσημο για το αντιρατσιστικό κίνημα και ολόκληρο τον κόσμο του αγώνα τα τελευταία 30 χρόνια. Ωστόσο, στο δημόσιο (ή, καλύτερα, διαδικτυακό) διάλογο δεν κυριαρχούν συζητήσεις που αφορούν το ίδιο το φεστιβάλ, τη σημασία του ως χώρου συνάντησης των κινημάτων, τα επόμενα βήματα του, ούτε καν μια γόνιμη κριτική για τυχόν λάθη ή ελλείψεις του. Αντίθετα, ο ψηφιακός χώρος που του αναλογεί φαίνεται να έχει καταληφθεί από μια “συζήτηση” για τους “αποκλεισμούς”, και συγκεκριμένα για την επιλογή του φεστιβάλ να μην δώσει φέτος τραπεζάκι στη συλλογικότητα του Μωβ. Το νήμα της υπόθεσης αυτής εκκινεί από την περσινή χρονιά, με την απόφαση του Μωβ να προχωρήσει στη δημοσίευση μιας σειράς κειμένων με καθαρά τρανσφοβικό περιεχόμενο, τα οποία εξακολουθούν να είναι δημοσιευμένα, και στην έντονη διαμάχη που έλαβε χώρα ανάμεσα σε τρανς άτομα και στο Μωβ. Μετά το φεστιβάλ, πραγματοποιήθηκε διπλή απολογιστική συνέλευση, στην οποία, μεταξύ άλλων, έγινε ανοιχτή παραδοχή ότι το φεστιβάλ δεν έκανε τις κατάλληλες κινήσεις και δεν έδωσε τη βαρύτητα που αναλογούσε στο ζήτημα, καταλήγοντας στο να βάλει τη συμμετοχή του Μωβ στον πάγο. Φέτος, το φεστιβάλ αποφάσισε πως, με δεδομένη την έλλειψη αυτοκριτικής ή έστω διατύπωσης με δημόσιο τρόπο μιας διαφορετικής τοποθέτησης που δεν θα είναι κακοποιητική, το Μωβ δεν θα είναι παρόν με τραπεζάκι της συλλογικότητάς του.
Γιατί είναι σωστή, κατά τη γνώμη μας, η παραπάνω απόφαση; Γιατί η τρανσφοβία είναι μια ακόμα διάκριση μαζί με το ρατσισμό, το σεξισμό, το μισογυνισμό, την ομοφοβία, τον αντιτσιγγανισμό και κάθε μορφής διάκριση με βάση κάποιο χαρακτηριστικό. Στρέφεται κατά των τρανς ατόμων, ανδρών και γυναικών, με κακοποιητικό λόγο, de facto κοινωνικό αποκλεισμό, βία ψυχική και -στις ακραίες εκδοχές- σωματική. Υπό αυτό το πλαίσιο λοιπόν η τρανσφοβία δεν μπορεί να είναι δεκτή σε χώρους και συλλογικότητες που επί της αρχής είναι συμπεριληπτικοί και καταπολεμούν τις διακρίσεις. Το Μωβ συνεχίζει να εκφράζει επιθετικά και δημόσια τρανσφοβικό λόγο, μέσα από την εσκεμμένη απόδοση διαφορετικού φύλου από το επιθυμητό φύλο των τρανς ανθρώπων. Παρά τις εκκλήσεις και τις διεργασίες που υπήρξαν όλη την προηγούμενη χρονιά, αρνείται να ανακαλέσει ή να ανασκευάσει αυτές τις τοποθετήσεις. Επομένως, στη βάση των παραπάνω, δεν θεωρούμε ότι μπορεί να έχει θέση στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας, μέχρι να υπάρξει διάθεση διαλόγου και μετατόπισης της στάσης του, η οποία δεν αποτελεί απλώς μια άποψη, είναι μια πρακτική που τραυματίζει, παράγει και αναπαράγει διακρίσεις.
Μπορούμε να διαφωνήσουμε μεταξύ μας όσες συμμετέχουμε στο φεμινιστικό κίνημα, και να έχουμε ευρύτερες ιδεολογικές και στρατηγικές διαφορές για μια σειρά θεμάτων σαν αυτά που έχουν αναδειχθεί από την σχετικοποίηση της κουβέντας με αφορμή το Μωβ (ενδεικτικά για την εργασία στο σεξ, για την παρένθετη μητρότητα, για τη μητρότητα γενικότερα, ακόμη και τη βιολογική ή μη βάση του φύλου). Δεν είναι όμως τέτοιες διαφωνίες που οδήγησαν στη φετινή απόφαση. Αυτό που είναι αδιαπραγμάτευτο είναι το δικαίωμα κάθε ατόμου στον αυτοπροσδιορισμό της ταυτότητας του και στην αυτοδιάθεση του σώματος του. Η άρνηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί τον πυρήνα του ρατσισμού και των διακρίσεων. Για εμάς, ο αγώνας του φεμινιστικού και του ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος είναι κοινός, γιατί συγκρούεται με τον ίδιο αντίπαλο, την πατριαρχία, που ως σύστημα εξουσίας ιεραρχεί τα σώματα μας και αποφασίζει τα αποδεκτά όρια στη συμπεριφορά, στην κοινωνικοποίηση, και εν τέλει στην ίδια την ύπαρξη μας. Ακριβώς επειδή η πατριαρχία μας καταπιέζει όλες και όλα, δεν θα μπορούσαμε παρά να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ώστε οι χώροι του κινήματος να μην αναπαράγουν αυτές τις καταπιέσεις και τους αποκλεισμούς ολόκληρων κοινωνικών ομάδων και κατηγοριών, και δεν θα μπορούσαμε παρά να ταχθούμε ανοιχτά με την πλευρά της τρανς κοινότητας στον αγώνα της για αυτοδιάθεση.
Η αναλογία του φύλου με τη φυλή είναι ενδιαφέρουσα. Θα προκαλούσε άραγε τόση συζήτηση η απόφαση για μη συμμετοχή στο φεστιβάλ μιας συλλογικότητας που δε θα αναγνώριζε τον αυτοπροσδιορισμό μιας ομάδας ατόμων ως προς την ιδιότητα του πολίτη; Θα ήταν αποδεκτή μια συλλογικότητα που θα διακύρηττε πως κάποια άτομα δεν μπορούν να γίνουν Έλληνες ποτέ γιατί η βιολογία τους είναι άλλη; Αν όχι, γιατί να είναι αποδεκτή μια ρητορική που κάνει misgendering και περιγράφει τη φυλομετάβαση ως μια “αφύσικη” διαδικασία που “γεννάει τέρατα”; Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτονόητα θα σκεφτόμασταν πως ο λόγος αυτός στρέφεται ευθέως ενάντια στις μετανάστριες, και μια τέτοια συλλογικότητα δεν θα είχε θέση στο φεστιβάλ· κανείς δεν θα μιλούσε τότε για έναν αθέμιτο αποκλεισμό. Εν τέλει, αυτό που χρειάζεται να κρατάμε είναι πως η πολιτική είναι μια διαδικασία γεμάτη επιλογές και συγκρούσεις, το ζητούμενο είναι αυτές να μας πηγαίνουν κάθε φορά λίγο παρακάτω, να μας φέρνουν πιο κοντά με τις ομάδες που καταπιέζονται, και να μας κάνουν να αναμετρηθούμε με τα δικά μας ελλείμματα. Έτσι, στο δίλημμα αν θέλουμε να “αποκλειστεί” μια συλλογικότητα ή μια ολόκληρη καταπιεζόμενη ομάδα, αυτή τη φορά το φεστιβάλ απάντησε πως θέλει να είναι ένας χώρος ανοιχτός σε όλα, και κλειστός στις διακρίσεις και την τρανσφοβία.
Σε όλα αυτά, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε τον βαθιά προβληματικό τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκε ο διάλογος στα σόσιαλ μιντια, και να μην ταχθούμε ξεκάθαρα απέναντι στην ανθρωποφαγία και τις ακραίες τοποθετήσεις και εκφράσεις με τις οποίες συνοδεύτηκαν διάφορες αναρτήσεις στα social media. Είναι οξύμωρο για όσες και όσους αντιδρούν με την απόφαση του φεστιβάλ για τη μη συμμετοχή του Μωβ με τραπεζάκι στο φεστιβάλ, να εκφράζονται απέναντι σε αυτό και τις οργανώσεις που στήριξαν την επιλογή αυτή με απαξιωτικούς όρους, χυδαίες ύβρεις και…συνωμοσιολογία, για δήθεν σιωνιστικό δάχτυλο που με κάποιο μαγικό τρόπο πίεσε καταστάσεις για να αποκλειστεί το Μωβ.
Από τη πλευρά μας θέλουμε να εκφράσουμε τη βαθιά μας πίστη στις ίδιες τις διαδικασίες του κινήματος και τον διάλογο εντός του. Αυτό επιτάσει και για το ίδιο το φεστιβάλ να μπορεί να κάνει βήματα μπροστά ώστε αντίστοιχα ζητήματα να μπορούν να συζητούνται ανοιχτά, στη βάση των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτό και παράλληλα στην ουσία τους. Τα περσινά περιστατικά φανέρωσαν το έλλειμμα που υπάρχει στον κόσμο του κινήματος ως προς την κατανόηση της τρανσφοβίας και της πραγματικής διάστασης του κακοποιητικού λόγου που προκύπτει από αυτήν. Θεωρούμε πως οι εποχές μας επιτάσσουν μεγαλύτερη όσμωση, ειδικά σε ζητήματα που αγγίζουν την επέλαση του νεοσυντηρητισμού και της ακροδεξιάς επίθεσης που διευρύνεται συνεχώς. Σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύουμε πως είναι χρέος όλων μας το κενό αυτό να καλυφθεί, και πως η σχετική συζήτηση -αν και με καθυστέρηση- μπορεί να ανοίξει πλέον, εμπλέκοντας σε αυτήν ειδικά τις τρανς και κουήρ συλλογικότητες. Το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ προχωρά, καθώς η συμβολή και η εμβέλειά του παραμένουν τεράστιες, αλλά και με συνεχές διακύβευμα και προσπάθεια από όλα μας, να αποτελεί έναν οργανικό χώρο για όλες τις καταπιεζόμενες ομάδες, αλλά και ένα χώρο που μας χωρά όλες, όλους και όλα!






