Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει το 2026 σε παρεμβάσεις πρόωρης αποπληρωμής και μείωσης του δημόσιου χρέους συνολικού ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ παρουσιάζεται ως απόδειξη δημοσιονομικής αξιοπιστίας και επιτυχούς επιστροφής της χώρας στην κανονικότητα. Το ποσό περιλαμβάνει την πρόωρη αποπληρωμή 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του πρώτου προγράμματος στήριξης, περίπου 2,5 δισ. ευρώ προς τον EFSF, τη μείωση του αποθέματος εντόκων γραμματίων κατά 1,2 δισ. και την πρόωρη εξόφληση ομολόγου περίπου 2,2 δισ. ευρώ που λήγει κανονικά τον Δεκέμβριο του 2027[1].
Δεν πρόκειται επομένως για μία ομοιογενή αποπληρωμή ενός ενιαίου δανείου με ένα συγκεκριμένο επιτόκιο. Αυτό έχει σημασία, επειδή μέρος της αντιπολιτευτικής κριτικής παρουσίασε τα 13 δισ. περίπου ως ένα ενιαίο πακέτο «φθηνού χρέους 1,5%». Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα, όμως, δεν εξαντλείται στο αν η διαχείριση του χρέους είναι τεχνικά συμφέρουσα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται σήμερα η ελληνική δημοσιονομική πολιτική και τα όρια που θέτει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης.
Η πολιτική αντιπαράθεση
Ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε έντονα, ζητώντας την αναστολή της αποπληρωμής και τη σύγκληση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αποπληρώνει πρόωρα φθηνό και ήδη ρυθμισμένο χρέος, με μεσοσταθμικό επιτόκιο περίπου 1,5%, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζει δανεισμό από τις αγορές με σημαντικά υψηλότερο κόστος[2]. Ο Νίκος Παππάς έθεσε το δίλημμα «στέγη ή πρόωρη αποπληρωμή», υποστηρίζοντας ότι οι πόροι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ένα μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας και άλλες κοινωνικές και αναπτυξιακές παρεμβάσεις[3].
Το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε περισσότερο εντός της συμβατικής δημοσιονομικής λογικής. Δεν απέρριψε την αρχή των πρόωρων αποπληρωμών, αλλά επισήμανε ότι η πολιτική αυτή έχει όρια και ότι η αποκλιμάκωση του χρέους στηρίζεται σε πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία με τη σειρά τους συνδέονται με τη μεγάλη επιβάρυνση των πολιτών από την έμμεση φορολογία και τον πληθωρισμό[4].
Απέναντι σε αυτές τις αιτιάσεις, η κυβέρνηση έδωσε μια απάντηση που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι η αποπληρωμή του χρέους είναι χρηματοοικονομική και όχι δημοσιονομική συναλλαγή και συνεπώς δεν επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές οροφές δαπανών. Αντίθετα, εάν τα ίδια ποσά χρησιμοποιούνταν για πρόσθετες παροχές ή δημόσιες δαπάνες, θα προσμετρώνταν —εκτός των προβλεπόμενων εξαιρέσεων— στον κανόνα καθαρής δαπάνης. «Δεν μπορεί να τα δώσει σε παροχές, γιατί θα ξεπεράσει […] τις οροφές δαπανών», ήταν η χαρακτηριστική κυβερνητική διατύπωση[5].
Από στενά λογιστική άποψη, η απάντηση αυτή είναι σημαντική και δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η αντιπολίτευση δεν μπορεί απλώς να ισχυρίζεται ότι τα 13 δισ. θα μπορούσαν αυτομάτως να μετατραπούν σε 13 δισ. νέων κοινωνικών δαπανών χωρίς δημοσιονομικές συνέπειες.
Ταυτόχρονα, όμως, η κυβερνητική απάντηση αποκαλύπτει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Εάν η κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα για ταχεία μείωση του χρέους, αλλά δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει με την ίδια ευκολία για ένα μεγάλο εθνικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο η επιλογή της κυβέρνησης. Είναι και ο ίδιος ο δημοσιονομικός κανόνας μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η επιλογή —και τον οποίο όσες πολιτικές δυνάμεις δεν αμφισβητούν, τον αποδέχονται σιωπηρά.
Ο νέος κανόνας καθαρής δαπάνης
Με τη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2024, ο βασικός λειτουργικός δείκτης της δημοσιονομικής εποπτείας έγινε η εξέλιξη των «καθαρών δαπανών».
Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263[6], από τις δημόσιες δαπάνες αφαιρούνται οι τόκοι του χρέους, τα διακριτικά μέτρα στο σκέλος των εσόδων, οι δαπάνες προγραμμάτων της ΕΕ που καλύπτονται πλήρως από ενωσιακούς πόρους, η εθνική συγχρηματοδότηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων, το κυκλικό τμήμα των επιδομάτων ανεργίας (δηλαδή το τμήμα εκείνο που αυξάνεται ή μειώνεται αυτόματα εξαιτίας του οικονομικού κύκλου) και ορισμένα έκτακτα ή προσωρινά μέτρα. Ο ίδιος ο Κανονισμός περιγράφει τον δείκτη ως τον ενιαίο επιχειρησιακό δείκτη της νέας δημοσιονομικής εποπτείας και τον συνδέει ρητά με τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Αυτό είναι το ουσιαστικό νέο στοιχείο.
Το Σύμφωνο Σταθερότητας εξακολουθεί να έχει ως βασικά σημεία αναφοράς το 3% του ΑΕΠ για το έλλειμμα και το 60% για το δημόσιο χρέος. Ο κανόνας καθαρής δαπάνης όμως αποτελεί πλέον το κεντρικό εργαλείο μέσω του οποίου παρακολουθείται η δημοσιονομική πορεία κάθε χώρας. Δεν αρκεί δηλαδή μια κυβέρνηση να λέει ότι «το έλλειμμα παραμένει κάτω από 3%». Πρέπει ταυτόχρονα η εξέλιξη των καθαρών δαπανών να παραμένει εντός της συμφωνημένης πολυετούς τροχιάς.
Επιπρόσθετα, με τον νέο κανόνα η μείωση χρέους είναι δημοσιονομικά ευκολότερη από τη γρήγορη αύξηση νέων εθνικών δαπανών. Γι’ αυτό στη συζήτηση για τα 13 δισ. πρόωρης αποπληρωμής δεν ισχύει απόλυτα το επιχείρημα «θα μπορούσαμε απλώς να τα κάνουμε όλα επενδύσεις».
Για την Ελλάδα, το Συμβούλιο της ΕΕ έχει ορίσει μέγιστους ετήσιους ρυθμούς αύξησης καθαρών δαπανών 3,7% για το 2025, 3,6% για το 2026, 3,1% για το 2027 και 3% για το 2028. Η σωρευτική αύξηση, με βάση το 2023, δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10,3% το 2026 και το 17,1% το 2028. Αυτό αποτελεί πραγματικό πολυετή δημοσιονομικό περιορισμό[7].
Τι σημαίνει για τη δημοσιονομική αυτονομία της ελληνικής οικονομίας
Ο κανόνας δεν καταργεί την οικονομική πολιτική. Μια κυβέρνηση μπορεί να αυξήσει ορισμένους φόρους και να μειώσει άλλους. Μπορεί να ανακατανείμει δαπάνες ή να ενισχύσει τις κοινωνικές δαπάνες, εφόσον δημιουργήσει αντίστοιχο χώρο μέσω αύξησης εσόδων ή περικοπής άλλων δαπανών.
Αυτό που περιορίζεται πολύ περισσότερο είναι η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να δανειστεί σημαντικά ποσά για να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων —π.χ. στον σιδηρόδρομο ή στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής—. Εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική σημασία του κανόνα.
Ας υποθέσουμε ότι μια κυβέρνηση μετά το 2027 αποφασίζει ένα επιπλέον (εθνικό και όχι συγχρηματοδοτούμενο από τα ευρωπαϊκά ταμεία) πρόγραμμα 5 δισ. ευρώ ετησίως για κοινωνική κατοικία, σιδηροδρόμους, ενεργειακές υποδομές, νοσοκομεία, αντιπλημμυρικά έργα και παραγωγική ανασυγκρότηση. Ακόμη και εάν μπορούσε να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα από τις αγορές και ακόμη και εάν το συνολικό έλλειμμα παρέμενε προσωρινά κάτω από 3%, θα αντιμετώπιζε τον περιορισμό της συμφωνημένης πορείας καθαρής δαπάνης. Αυτό δεν είναι μια μικρή τεχνική λεπτομέρεια. Περιορίζει την ικανότητα μιας εκλεγμένης κυβέρνησης να αποφασίσει το μέγεθος του δημόσιου επενδυτικού προγράμματος με αποκλειστικό κριτήριο τις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες της χώρας. Η δημοσιονομική κυριαρχία επομένως δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει γίνει «υπό όρους» κυριαρχία. Τους όρους αυτούς τους βάζει ο νέος κανόνας της καθαρής δαπάνης.
Η αλλαγή στην οικονομική πολιτική που εισαγάγει ο κανόνας της καθαρής δαπάνης είναι σημαντική. Μέχρι το 2024 ίσχυε πως η δημοσιονομική πολιτική ενός κράτους-μέλους ήταν ελαστική, αρκεί να μην δημιουργούσε έλλειμμα πάνω από 3%. Με τον κανόνα της καθαρής δαπάνης δεν αρκεί ο περιορισμός του ελλείμματος, αλλά απαιτείται και η τήρηση της συμφωνημένης πολυετούς τροχιάς δαπανών. Έτσι, η λογική της λιτότητας δεν ελέγχει μόνο το τελικό αποτέλεσμα (έλλειμμα κάτω του 3%), αλλά και τον μηχανισμό παραγωγής του αποτελέσματος, που είναι η τροχιά της καθαρής δαπάνης.
Για τις δαπάνες της άμυνας
Η καλύτερη απόδειξη ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν είναι ουδέτεροι και αμετάβλητοι βρίσκεται στην ίδια την εφαρμογή τους. Το 2025, το Συμβούλιο ενεργοποίησε για την Ελλάδα την εθνική ρήτρα διαφυγής για την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Μέχρι το 2028, η χώρα μπορεί να αποκλίνει από τη συμφωνημένη πορεία καθαρών δαπανών, στον βαθμό που η απόκλιση αντιστοιχεί στην αύξηση των αμυντικών δαπανών σε σχέση με το 2024 και μέχρι ανώτατο όριο 1,5% του ΑΕΠ[8].
Αυτό έχει τεράστια πολιτική σημασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση λέει ουσιαστικά: «όταν υπάρχει μια πολιτική προτεραιότητα που θεωρούμε στρατηγική, ο δημοσιονομικός κανόνας μπορεί να γίνει πιο ελαστικός».
Άρα, η απάντηση στο αίτημα για δημόσιες επενδύσεις δεν μπορεί να είναι ότι «οι κανόνες είναι κανόνες». Οι κανόνες τροποποιούνται όταν αλλάζουν οι πολιτικές προτεραιότητες. Το προφανές ερώτημα είναι τότε: γιατί μπορεί να δημιουργηθεί δημοσιονομική εξαίρεση έως 1,5% του ΑΕΠ για στρατιωτικές δαπάνες και δεν μπορεί να υπάρξει αντίστοιχη ευρωπαϊκή εξαίρεση για κοινωνική κατοικία, δημόσιες μεταφορές, ενεργειακά δίκτυα, πολιτική προστασία και πράσινες παραγωγικές επενδύσεις; Προφανώς, εδώ εμπλέκονται ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης, του κράτους, των συμμαχικών και γεωπολιτικών σχέσεων, καθώς και οι εθνικές παραδοχές.
Η εθνική επενδυτική πολιτική ως παράρτημα του ΕΣΠΑ και των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων.
Εδώ εμφανίζεται μια δεύτερη κρίσιμη πλευρά του νέου καθεστώτος. Οι δαπάνες των ευρωπαϊκών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται πλήρως από την ΕΕ, καθώς και η εθνική συγχρηματοδότηση, εξαιρούνται από τον δείκτη καθαρής δαπάνης. Από τη μία πλευρά, αυτό είναι οικονομοτεχνικά θετικό, καθώς δημιουργεί χώρο για σημαντικές επενδύσεις μέσω του ΕΣΠΑ και άλλων εργαλείων. Από την άλλη, όμως, ενισχύει περαιτέρω μια ήδη ισχυρή δομική εξάρτηση.
Όσο περισσότερο περιορίζεται η δυνατότητα μεγάλης εθνικά χρηματοδοτούμενης επενδυτικής επέκτασης και όσο ευνοϊκότερα αντιμετωπίζονται οι δαπάνες που εντάσσονται σε ευρωπαϊκά προγράμματα, τόσο περισσότερο η δημόσια επενδυτική πολιτική της χώρας εξαρτάται από το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης (παρότι λήγει) και άλλους παρόμοιους μηχανισμούς. Αυτό σημαίνει ότι ένα αυξανόμενο μέρος της αναπτυξιακής πολιτικής διαμορφώνεται μέσα από τις ευρωπαϊκές επιλεξιμότητες, τις θεματικές συγκεντρώσεις, τα ορόσημα και τις προτεραιότητες της ΕΕ και όχι αποκλειστικά από τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας του κράτους-μέλους. Δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο στην αξιοποίηση αυτών των πόρων — το αντίθετο.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το ΕΣΠΑ παύει να αποτελεί συμπλήρωμα μιας εθνικής επενδυτικής πολιτικής και τείνει να γίνει το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιτρέπεται να υπάρχει αυτή η πολιτική. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο μοντέλο: το ελληνικό κράτος μπορεί να εμφανίζεται δημοσιονομικά ισχυρότερο, να παράγει πλεονάσματα και να αποπληρώνει ταχύτερα το χρέος του, αλλά ταυτόχρονα να έχει ελάχιστη αυτονομία στον προσδιορισμό του μεγέθους και της κατεύθυνσης μιας αυτόνομης εθνικής επενδυτικής στρατηγικής, αν αυτή δεν είναι ενταγμένη στα κείμενα των προγραμμάτων ΕΣΠΑ.
Γιατί η κεντροαριστερή απάντηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει την κυβερνητική πολιτική.
Εδώ βρίσκεται το όριο της σημερινής κριτικής του ΣΥΡΙΖΑ και, περισσότερο ακόμη, του ΠΑΣΟΚ. Το σύνθημα «13 δισ. για κοινωνική κατοικία αντί για το χρέος» είναι πολιτικά εύληπτο αλλά τεχνικά ανεπαρκές. Η κυβέρνηση μπορεί να απαντήσει ότι η αποπληρωμή μιας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης και η πραγματοποίηση 13 δισ. νέων πρωτογενών δαπανών δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο — και σε αυτό έχει δίκιο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιχειρήσει εκ των υστέρων να απαντήσει επικαλούμενος δυνατότητες που προσφέρει ο κανόνας, όπως τα discretionary revenue measures και ορισμένες εξαιρέσεις. Το πρόβλημα όμως παραμένει: τέτοιες τεχνικές δυνατότητες μπορούν να διευρύνουν το διαθέσιμο χώρο, αλλά δεν ισοδυναμούν με ελεύθερη δυνατότητα αύξησης των εθνικά χρηματοδοτούμενων δημόσιων επενδύσεων κατά 13 δισ.
Η κεντροαριστερά κινδυνεύει, επομένως, να ζητά μια διαφορετική χρήση του ίδιου δημοσιονομικού χώρου χωρίς να αμφισβητεί τον μηχανισμό που καθορίζει το μέγεθός του. Το ΠΑΣΟΚ κινείται ακόμη πιο καθαρά εντός αυτής της λογικής: ζητά μικρότερα πλεονάσματα, πιο δίκαιη φορολογία και κοινωνικότερη κατανομή των πόρων, αλλά δεν θέτει ζήτημα αλλαγής του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού καθεστώτος. Αυτή είναι μια διαφορετική διαχειριστική πρόταση, αλλά όχι μια αντίπαλη δημοσιονομική στρατηγική.
Χαρακτηριστική είναι και η στάση στελεχών της ΕΛΑΣ (π.χ. του τομεάρχη Οικονομικών Φ. Κουτεντάκη), η οποία χαρακτήρισε την πρόωρη αποπληρωμή «ορθή και συνήθη οικονομική πρακτική», υποστηρίζοντας ότι η αντικατάσταση ακριβότερου χρέους με φθηνότερο εφαρμόζεται από το 2018 και διεκπεραιώνεται επαγγελματικά από τον ΟΔΔΗΧ[9]. Η κριτική προς την κυβέρνηση δεν αφορά τελικά την ίδια την αποπληρωμή, αλλά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως εξαιρετικό κυβερνητικό επίτευγμα της ΝΔ.
Τι θα σήμαινε μια πραγματικά αντίπαλη οικονομική πολιτική ακόμα και εντός των πλαισίων της ΕΕ;
Για μια αντίπαλη δημοσιονομική και οικονομική πολιτική που θα μπορούσε να την φέρει εις πέρας και μια σοβαρή και αριστερή σοσιαλδημοκρατία, ενόψει των εκλογών του 2027, το «νήμα» δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από την άρνηση της αποπληρωμής του χρέους ούτε από μια γενική, καταγγελία της ΕΕ. Θα αρκούσε μια συγκεκριμένη προγραμματική ακολουθία με τα εξής σημεία:
Διεκδίκηση ευρωπαϊκής εξαίρεσης για τις δημόσιες επενδύσεις: Οι δημόσιες επενδύσεις σε κοινωνική κατοικία, δημόσια υγεία, σιδηροδρόμους, ενεργειακά δίκτυα, πολιτική προστασία, έρευνα και παραγωγική μετάβαση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως οι τρέχουσες λειτουργικές δαπάνες.
Επανεξέταση της στρατηγικής των πρόωρων αποπληρωμών: Όχι μια γενική άρνηση πληρωμών, αλλά αξιολόγηση κάθε αποπληρωμής με βάση το επιτόκιο, τη διάρκεια, τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης και, κυρίως, το κόστος ευκαιρίας από την απώλεια δημόσιας ρευστότητας.
Ριζική αναδιανομή εντός του υπάρχοντος δημοσιονομικού χώρου: Η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν απαγορεύει σε μια κυβέρνηση να αλλάξει το φορολογικό βάρος. Πρόσθετα μόνιμα έσοδα από υψηλά εισοδήματα, κέρδη, περιουσίες και οικονομικές προσόδους μπορούν να χρηματοδοτήσουν μόνιμες πρόσθετες κοινωνικές δαπάνες.
Αλλαγή της λογικής προγραμματισμού του ΕΣΠΑ: Το ΕΣΠΑ πρέπει να εντάσσεται στο εθνικό παραγωγικό σχέδιο και όχι το εθνικό παραγωγικό σχέδιο να περιορίζεται αποκλειστικά σε ό,τι χρηματοδοτούν τα ευρωπαϊκά ταμεία.
Δημιουργία δημοσίου χρηματοπιστωτικού πυλώνα: Ώστε η αναπτυξιακή πίστη και η παραγωγική πολιτική να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από τις ιδιωτικές τράπεζες.
Μια τέτοια στρατηγική θα είχε ως αλυσίδα προτεραιοτήτων:
Την προτεραιοποίηση μιας άλλης κοινωνικής και επενδυτικής πολιτικής (με τον ίδιο τρόπο που η κυβέρνηση προτεραιοποιεί την Άμυνα).
Τη διεύρυνση του δημοσιονομικού χώρου μέσω αναδιανεμητικής φορολογικής πολιτικής.
Την προσαρμογή των ευρωπαϊκών πόρων στις κοινωνικές ανάγκες και όχι το αντίστροφο.
Τη διεκδίκηση εξαιρέσεων από τον κανόνα καθαρής δαπάνης.
Και, εδώ φτάνουμε σε ένα κρίσιμο πολιτικό σημείο. Αν τα παραπάνω βήματα απορριφθούν ποια πολιτική δύναμη ή συνασπισμός δυνάμεων μπορεί και θέλει να πάει τα πράγματα παρακάτω; Αυτό είναι το πρόβλημα όλης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας όλων των εκδοχών. Μήπως είναι και πρόβλημα της αριστεράς, όλων των αποχρώσεων;
Η πολιτική σύγκρουση δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από μια γενικόλογη ιδεολογική αμφισβήτηση της ΕΕ, αλλά από την αμφισβήτηση της χρήσης επιμέρους τεχνικών κανόνων, όπως είναι ο κανόνας της καθαρής δαπάνης, που η σφοδρότητα των αποτελεσμάτων που επιφέρει επηρεάζει άμεσα τη δημοκρατική ζωή και όψεις της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Ποιος αποφασίζει για το πλεόνασμα; Να ένα πραγματικό ερώτημα για τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ και τις εκλογές του 2027
Εδώ βρίσκεται τελικά η πραγματική πολιτική σημασία των 13 δισ. Το ζήτημα δεν είναι απλώς αν είναι σωστό ή λάθος να μειώνεται γρηγορότερα το δημόσιο χρέος —μια κίνηση που τεχνικά περιορίζει τους κινδύνους και αυξάνει την ανθεκτικότητα απέναντι στις αγορές—. Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό αυτή η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής αυτονομίας συνοδεύεται από ενίσχυση της δημοκρατικής δυνατότητας άσκησης οικονομικής πολιτικής υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.
Μπορεί ένα κράτος να είναι λιγότερο εξαρτημένο από τους πιστωτές του και ταυτόχρονα περισσότερο δεσμευμένο από ένα αυτοματοποιημένο και ιδιοτελές —υπέρ του κεφαλαίου— δημοσιονομικό καθεστώς; Η λειτουργία του κανόνα της «καθαρής δαπάνης» δίνει καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Κατά την περίοδο των Μνημονίων η πειθαρχία ήταν ορατή μέσω της αλυσίδας:
Πιστωτές – μνημονιακοί όροι επιβεβλημένοι από τους πιστωτές – αξιολογήσεις των προγραμμάτων προσαρμογής – Κυβερνητική προσαρμογή – συνεπαγόμενη μνημονιακή οικονομική πολιτική.
Σήμερα η πειθαρχία είναι περισσότερο εσωτερικευμένη:
Ανάγκες βιωσιμότητας του χρέους – πολυετής πορεία καθαρών δαπανών → Επιβεβλημένη Κατάρτιση εθνικού προϋπολογισμού – Πολεμική Οικονομία – Ευρωπαϊκά Προγράμματα – Ετεροκαθορισμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Όταν η κυβέρνηση λέει ότι τα χρήματα μπορούν να αποπληρώσουν χρέος χωρίς να παραβιάσουν τις οροφές δαπανών, αλλά δεν μπορούν να μετατραπούν αντίστοιχες δαπάνες σε κοινωνικές επενδύσεις, δεν κλείνει τη συζήτηση· την ανοίγει. Το ερώτημα μετατοπίζεται από το «γιατί δεν δίνετε τα 13 δισ. στην κοινωνία;» στο πολύ σοβαρότερο: «ποιος αποφασίζει ποιο μέρος του πλεονάσματος κατευθύνεται στη δημόσια επένδυση και ποιο στην αποκλιμάκωση του χρέους;»
Χωρίς αυτή τη σύγκρουση, η συζήτηση για τα 13 δισ. παραμένει απλώς μια συζήτηση για το πώς διαχειρίζεται κανείς καλύτερα έναν δεδομένο ευρωπαϊκό κανόνα. Μόνο μέσα από τη σύγκρουση γίνεται ξεκάθαρο στο εκλογικό σώμα ποιος έχει τελικά την εξουσία να καθορίζει την οικονομική στρατηγική της χώρας.
Ανακεφαλαίωση και κάποια πολιτικά συμπεράσματα
Παρότι η κυβερνητική φθορά είναι κάτι παραπάνω από εμφανής και η δυσαρέσκεια των πολιτών για την οικονομική κατάσταση και την ακρίβεια μεγάλη, μια αντίπαλη οικονομική πρόταση, σαφώς διαφοροποιημένη από αυτήν της κυβέρνησης, δεν φαίνεται να υπάρχει. Η κεντροαριστερή αντιπολίτευση φαίνεται να κινείται πλήρως μέσα στο γήπεδο του δημοσιονομικού εξορθολογισμού και της βιωσιμότητας του χρέους, αλλά και εντός των απαιτήσεων των προγραμμάτων που καθοδηγούνται από τις αρχές των trickle-down economics.
Χαρακτηριστική ήταν η πολιτική κόντρα για την πρόωρη αποπληρωμή των 13 δισ. του χρέους που διενήργησε ο ΟΔΔΗΧ. Μια κόντρα —much ado about nothing—, μια και ο κανόνας της καθαρής δαπάνης προσδιορίζει σημαντικά τις πιθανές διαδρομές των χρηματικών πλεονασμάτων. Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ισχυρό από την πλευρά της διαχείρισης του χρέους: μειώνεται το ονομαστικό χρέος, περιορίζονται οι μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες, βελτιώνεται η εικόνα στις αγορές και στους οίκους αξιολόγησης και εξοικονομούνται τόκοι. Οι πρόσφατες κυβερνητικές εκτιμήσεις ανεβάζουν το συνολικό όφελος από τις αποπληρωμές του 2026 περίπου στα 2 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου[10].
Και εδώ ορισμένα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιτάσσουν ένα αντίθετο επιχείρημα: τα δάνεια που αποπληρώνονται δεν είναι κατ’ ανάγκην το πιο επαχθές κομμάτι του ελληνικού χρέους. Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για τα ειδικά δάνεια της περιόδου των Μνημονίων, μακράς διάρκειας. Αν ένα μέρος αυτών των πόρων μπορούσε να κατευθυνθεί σε δημόσιες επενδύσεις —υποδομές, σιδηρόδρομο, ενεργειακά δίκτυα, κοινωνική κατοικία, υγεία, παιδεία—, θα μπορούσε να παραγάγει μακροχρόνια κοινωνική και οικονομική απόδοση μεγαλύτερη από το κόστος του χρέους που εξοφλείται.
Και εδώ έρχεται ο κανόνας της καθαρής δαπάνης, ο οποίος καθορίζει τη μελλοντική τροχιά των δημόσιων δαπανών και ορίζει ότι οι δαπάνες αυτές σε επενδύσεις πρέπει να είναι ενταγμένες σε προγράμματα ΕΣΠΑ προκειμένου να εξαιρεθούν και να μη μετρηθούν στον κανόνα. Αν μια κυβέρνηση θέλει να κάνει μια πολιτική «επενδυτικού σοκ» για να προκαλέσει άνοδο του ΑΕΠ και πτώση του ποσοστού χρέους, αλλά και για να καλύψει επενδυτικές και κοινωνικές ανάγκες εκτός ΕΣΠΑ, θα πρέπει να αυξήσει σημαντικά τα φορολογικά της έσοδα. Από όσο γνωρίζουμε, κανένα κόμμα καμιάς αντιπολίτευσης δεν θα βγει να δηλώσει ότι θα αυξήσει τη φορολογική επιβάρυνση της κοινωνίας, έστω και με ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα. Τα κόμματα της κεντροαριστεράς δηλώνουν την πρόθεσή τους για συγκεκριμένες φοροελαφρύνσεις, συνοδευόμενες όμως από αφηρημένες εξαγγελίες για φοροεπιβάρυνση του μεγάλου πλούτου.
Ας δούμε, όμως, και κάτι άλλο: τις εναλλακτικές χρήσεις (το λεγόμενο κόστος ευκαιρίας) των 13 δισ. ευρώ.
Η πρώτη εναλλακτική είναι να δοθούν για πρόωρη αποπληρωμή του χρέους, όπως και έκανε ο ΟΔΔΗΧ. Τότε, το χαμηλότερο χρέος (κατά 13 δισ.) θα οδηγήσει σε χαμηλότερους τόκους με μικρή απόδοση (καθώς αφορά δάνεια τα οποία, όπως λέει η αντιπολίτευση, έχουν χαμηλό επιτόκιο), με χαμηλό ρίσκο και, τελικά, με καλύτερη πιστοληπτική εικόνα της ελληνικής οικονομίας, η οποία ευνοεί κυρίως τον ιδιωτικό τομέα της χώρας (με καλύτερους όρους πρόσβασης στον τραπεζικό τομέα και αποτελεσματικότερη εξουσία επί της εργασίας).
Ας δούμε και την εναλλακτική της επενδυτικής δαπάνης: 13 δισ. σε υποδομές ενέργειας, σιδηροδρόμων και κοινωνικής κατοικίας (ενδεικτικά) οδηγούν δυνητικά σε αυξημένη ζήτηση, υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερο ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ και υψηλότερα φορολογικά έσοδα. Η δεύτερη εναλλακτική μπορεί να έχει πολύ υψηλότερη κοινωνική και οικονομική απόδοση, αλλά απαιτεί ικανό κράτος, ώριμα έργα και σωστή επιλογή των επενδύσεων· δηλαδή, η απόδοση είναι υψηλότερη από την πρώτη επιλογή, αλλά το ρίσκο είναι πολύ μεγαλύτερο. Γιατί; Διότι οι επενδύσεις (και μάλιστα αυτές που θα γίνουν εκτός ΕΣΠΑ) σε υποδομές απαιτούν εξαιρετικό σχεδιασμό και προγραμματισμό, πράγμα που δεν είναι δεδομένο για την ελληνική οικονομία. Στο υπάρχον νεοφιλελεύθερο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, οι κυβερνήσεις συνήθως επιλέγουν την καλή πιστοληπτική εικόνα της οικονομίας, αφήνοντας τις επενδύσεις στους ιδιώτες και επιλέγοντας το χαμηλό ρίσκο.
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται πως, στο μεταμνημονιακό πλαίσιο της ελληνικής οικονομίας, η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους είναι η πιο πιθανή επιλογή μιας κυβέρνησης, διότι υπακούει στις λειτουργίες «ρυθμισμένων» οικονομικών μηχανισμών που δίνουν προτεραιότητα στη βιωσιμότητα του χρέους και στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα. Η όποια αντιπολίτευση θελήσει να εφαρμόσει κάποια εναλλακτική και αντίπαλη πολιτική θα πρέπει, αργά ή γρήγορα, να έρθει σε σύγκρουση με αυτούς τους οικονομικούς μηχανισμούς. Υπάρχει, όμως, τέτοια αντιπολίτευση;
Από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις της κεντροαριστεράς και των μεσαίων κομμάτων, φαίνεται ότι η διάθεση αμφισβήτησης των μηχανισμών που ρυθμίζουν τον δημοσιονομικό εξορθολογισμό και τη βιωσιμότητα του χρέους είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη, ή εμπεριέχεται σε αμφίβολης αποφασιστικότητας, βολονταριστικά συνθήματα.
Η σύγκρουση εντός της ΕΕ και πιθανά η πορεία προς την ρήξη —και μετά την εμπειρία του 2015 και τα μέτρα για τον κορωνοϊό— είναι πολύ πιθανό να ξεκινήσει με την αμφισβήτηση της λειτουργίας επιμέρους μηχανισμών και όχι καταστατικών ή συνταγματικών αρχών λιτότητας ή άλλων θεσμικών υποστάσεων της ΕΕ. Φαίνεται ότι η συμπύκνωση της οικονομικής εξουσίας γίνεται σε συγκεκριμένα σημεία της δομής των οικονομικών πολιτικών, εκεί όπου δεν εκφράζονται απλώς επιθυμητά αποτελέσματα, αλλά ρυθμίζεται η επίτευξη αυτών των αποτελεσμάτων. Ας το έχουμε υπόψη μας, αλλά ας σκεφτούμε κιόλας: τι μπορούμε να κάνουμε με τέτοια γνώση;
[1]https://www.esm.europa.eu/press-releases/esm-and-efsf-waive-greeces-repayment-obligation-enabling-additional-early-repayment. Επίσης https://www.newsit.gr/oikonomia/finance/ypoik-oi-arithmoi-lene-panta-tin-alitheia-to-kostos-daneismou-meionetai-ofelos-2-6-dis-eyro-apo-tis-proores-apopliromes-xreous/4753794/
[2] https://syriza.gr/o-syriza-ps-zita-ektakti-sygklisi-tis-diarkous-epitropis-oikonomikon-ypotheseon-tis-voulis-gia-tin-proori-apopliromi-chreous-ypsous-13-dis-evro/
[3] https://syriza.gr/n-pappas-300-ekat-parapano-toko-ton-chrono-fernei-i-proori-apopliromi-fthinou-chreous-kai-o-akrivos-daneismos-na-min-prochorisei-i-apopliromi-pou-anerchetai-se-epta-deth-o-k-mitsotak/
[4] https://pasok.gr/anakoinosi-grafeiou-typou-pasok-kinimatos-allagis-18826/
[5] https://www.government.gov.gr/enimerosi-ton-politikon-sintakton-ke-antapokriton-xenou-tipou-apo-ton-ifipourgo-para-to-prothipourgo-ke-kivernitiko-ekprosopo-pavlo-marinaki-67/
[6] https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2024/1263/
[7] https://eur-lex.europa.eu/eli/C/2025/661/
[8] https://www.consilium.europa.eu/el/policies/national-escape-clause-for-defence-expenditure-nec/
[9] https://www.efsyn.gr/politiki/1458485/koytentakis-elas-gia-proori-apopliromi-hreoys-einai-mia-eylogi-diadikasia-na-min-panigyrizei-i-kyvernisi/
[10] https://acci.gr/ofelos-2-dis-evro-apo-tin-proori-apopliromi-13-dis-evro-tou-dimosiou-chreous-to-2026/






