Ο Μπρεχτ πριν από 90 χρόνια, περίπου, διαπίστωνε: «Αλήθεια, ζω σε σκοτεινούς καιρούς!». Η διαπίστωση αυτή είναι, δυστυχώς, πολύ ταιριαστή και σήμερα, σε μια εποχή δηλαδή που ο πόλεμος, η αδικία και η καταπίεση εξακολουθούν να καταδυναστεύουν τις ζωές των ανθρώπων. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, όπου οι απαιτήσεις της καθημερινότητας αναγκάζουν πολλούς και πολλές να κοιτάνε πως θα τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, ο επιβιωτισμόςκυριαρχεί. Ακόμη χειρότερα, αυτό που εμένα προσωπικά μου φαίνεται το πιο σοκαριστικόαπ’όλα είναι ότι, με την τεράστια ποσότητα πληροφορίας που καταναλώνουμε καθημερινά μέσω του διαδικτύου, στοίχημα είναι να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας, καθώς το πρόβλημα του άλλου γίνεται άλλη μια φωτογραφία, μια ανάρτηση, ένα στόρι, κάτι που ναι μεν μας αγγίζει αλλά σε λίγο «σκρολάρουμε» παρακάτω και συνεχίζουμε τη ζωή μας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η γενοκτονία που συντελείται εδώ και 3 χρόνια σε ζωντανή μετάδοση μπροστά στα μάτια μας.
Ο ατομισμός που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους στις μέρες μας δεν είναι αποτέλεσμα μιας ξαφνικής απώλειας της ενσυναίσθησής μας. Αυτό που συμβαίνει είναι πως ο κόσμος της εργασίας, τα λαϊκά στρώματα, καθημερινά τσακίζεται κάτω από το βάρος της καθημερινής προσπάθειας για επιβίωση, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην υποκύψει στο νεοφασισμό, στο ρατσισμό, στο σεξισμό, είτε ως θύτης είτε ως θύμα αυτών.Γενικότερα, κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι ισχυροί παίκτες του παγκόσμιου παιχνιδιού είναι παντοδύναμοι αλλά και πλήρως αδιάφοροι για την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, οπότε καλά θα κάνει κανείς να τα βγάλει πέρα μόνος του.
Στο παραπάνω πλαίσιο, και η ταξική αλληλεγγύη αδυνατίζει, και κατά συνέπεια τα εργαλεία και τα όπλα αγώνα των εργαζομένων υφίστανται τεράστια υποχώρηση. Ο κόσμος νιώθει μεν ότι αδικείται και θυμώνει γι’αυτό, ωστόσο στρέφει το θυμό του στους πιο αδύναμους, καθώς αισθάνεται ότι «δεν μπορεί να δαγκώσει το χέρι που τον ταΐζει» – διότι ως γνωστόν, για τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες εργαζόμαστε, δε φταίνε οι αντεργατικοί νόμοι, αλλά οι μετανάστες που «έρχονται και μας παίρνουν τις δουλειές».
Ωστόσο, δεν είναι ότι δεν υπήρξε καμία στιγμή όπου, μέσα στην αντιφατική καθημερινότητα που βιώνουμε, προκλήθηκαν κοινωνικοί τριγμοί. Ενδεικτικά, θέλω να αναφέρω στην Ελλάδα το κίνημα των Τεμπών, και το τεράστιο αίτημα/κοινωνική ανάγκη για «δικαιοσύνη» που εξέφρασε. Στις κινητοποιήσεις των Τεμπών βρήκαν πολιτική διέξοδο απέναντι στη κυβέρνηση Μητσοτάκη πάρα πολλοί άνθρωποι, για τους οποίους, ωστόσο, η διαμαρτυρία για το έγκλημα των Τεμπών εντασσόταν στο πλαίσιο της διαφύλαξης της «εθνικής αξιοπρέπειας», δίχως παραπάνω και βαθύτερο πολιτικό υπόβαθρο. Φυσικά, σε αυτή την κατάσταση έπαιξαν ρόλο και διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως το γεγονός πως η αρνητική στάση του ΚΚΕ, του πιο μεγάλου κοινοβουλευτικού κόμματοςτης αριστεράς, απέναντι στο πολιτικό αίτημα για την επανακρατικοποίηση του σιδηρόδρομου, που εκφραζόταν τόσο από σημαντικό τμήμα κινητοποιούμενου κόσμου και από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς, εμπόδισε από το να γίνει το αίτημα αυτό πλειοψηφικό και άρα ισχυρό.
Σε αυτό το έλλειμα πολιτικής πρότασης και συμπύκνωσης των λαϊκών αιτημάτων και της αγανάκτησης έρχονται και προσφέρουν, τάχα, διέξοδο, διάφορες «πεφωτισμένες» προσωπικότητες βλ. Καρυστιανού, Τσίπρας, παρέχοντας μια δήθεν «εναλλακτική», η οποία όμως είναι απόλυτα συμβιβασμένη με το κατεστημένο και καθόλου δεν στοχεύει στο να τα βάλει με το σύστημα, όσο κι αν αυτοπαρουσιάζεται ως αντισυστημική.
Αξίζει να επιμείνουμε λίγο παραπάνω στην «επιτυχία» του νεοσυσταθέντος κόμματος ΕΛΑΣ και την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα, μια και διανύουμε ήδη προεκλογική περίοδο: είναι γεγονός, όσο θλιβερό κι αν ακούγεται, πως ο κόσμος που θέλει να πιστεύει ότι είναι αριστερός και αυτοπροσδορίζεται ως τέτοιος θα πάει και θα ψηφίσει Τσίπρα διότι στην πραγματικότητα τρέφει χαμηλές προσδοκίες για οποιοδήποτε άλλο πολιτικό σχηματισμό της αριστεράς, όπως πχ μια οργάνωση της ριζοσπαστικής αριστεράς που λειτουργεί με οριζόντιους τρόπους. Ταυτόχρονα, ο κόσμος έχει τόσο πολύ γονατίσει από τις πολιτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη που, αφενός, ξεχνάει τις πολιτικές που εφάρμοσε ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός με το ΣΥΡΙΖΑ («τίποτα δεν μπορεί να είναι χειρότερο από το Μητσοτάκη»), αφετέρου, υιοθετεί τη λογική του «μικρότερου κακού» και πιστεύει τώρα ότι,, για να το πω σχηματικά «ας είναι να παραμείνουμε στο ΝΑΤΟ/να έχουμε συμμάχους το Ισραήλ αν αυτό σημαίνει ότι θα δοθεί μια ελάχιστη ανάσα σε εργασιακά δικαιώματα και κοινωνικές παροχές».
Το μοντέλο των προσωποκεντρικών κομμάτων, που κυριαρχεί, αναδεικνύει την έλλειψη του συλλογικού ως παράσταση, την απουσία της πεποίθησης ότι όντως είναι δυνατή μια άλλη εναλλακτική, και δη μια εναλλακτική αριστερή, με ταξικά χαρακτηριστικά.
Χρέος μας, ως οργανώσεις της κομμουνιστικής αριστεράς, είναι να καταφέρουμε να θέσουμε εμείς στο τραπέζι κάτι διαφορετικό, κάτι πειστικό, κάτι που θα απελευθερώσει τις κοινωνικές δυνάμεις και θα απεγκλωβίσει τον κόσμο από το δίλημμα «κακό ή λιγότερο κακό».
Η προσφορά μιας τέτοιας εναλλακτικής από μεριάς μας δεν τίθεται ως σύνδρομο ανωτερότητας, ως πείσμα ή ως προσπάθεια αυτοπροβολής. Πολύ περισσότερο, τίθεται ως απόλυτη κοινωνική αναγκαιότητα, για όλες εκείνες τις στιγμές που οι κοινωνικές δυνάμεις και η συλλογική οργάνωση πήγαν κόντρα στο αίσθημα μουδιάσματος και ανημπόριας:
-Για το αντιπολεμικό και εργατικό κίνημα που προχώρησε σε αποκλεισμούς λιμανιών για να μην φτάνουν εμπορεύματα και πλοία ισραηλινών συμφερόντων ή που μπήκε στα σκάφη και προσπάθησε να φτάσει στη Γάζα
-Για το φεμινιστικό κίνημα που παλεύει ενάντια στην πατριαρχία και τη βία που υφίστανται οι αδερφές μας
-Για το αντιφασιστικό κίνημα που κάθισε την ΧΑ στο εδώλιο και επέφερε την ποινική της καταδίκη
-Για τους αγρότες που μάχονται να διασώσουν το βιός τους προχωρώντας σε μπλόκα
-Για το φοιτητικό κίνημα που, ενάντια στον εκφοβισμό και τις διώξεις που υφίσταται, αγωνίζεται ενάντια στην αποστείρωση και τη διάλυση του δημοσίου πανεπιστημίου
Πιστεύω βαθιά ότι για την απουσία πολιτικής εναλλακτικής, η οποία έχει χαραχτεί βαθιά στη συνείδηση του κόσμου, έχει σε μεγάλο βαθμό ευθύνη η αριστερά να αντιστρέψει την κατάσταση αυτή και να πάρει μια συνειδητή απόφαση: αυτή τη φορά να αποπειραθεί να κάνει τα πράγματα διαφορετικά:
*να μην κλειστεί σε δωμάτια ψάχνοντας ένα πολιτικό πρόγραμμα εν πολλοίς βάσει ξαναδοκιμασμένων σχημάτων: να κάνει προσπάθεια να εμπλέξει όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο στη διαδικασία αυτή, αλληλεπιδρώντας και αντλώντας στοιχεία από την παρέμβαση στα κοινωνικά πεδία και να κάνει τα αιτήματα που έρχονται πηγαία από τα προβλήματα της καθημερινότητας πρόγραμμα και αιτηματολογία
*να προσεγγίσει με φαντασία και δημιουργικότητα τα σημερινά ερωτήματα. Ενδεικτικά:
– πώς μπορεί να μοιάζει το αντιπολεμικό κίνημα σήμερα; η Αντιπολεμική Δράση που ιδρύθηκε πρόσφατα τι μπορεί να εισφέρει σε αυτήν την υπόθεση; για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμβάλλει με το να διαθέσει όλες τις δυνάμεις της στην πίεση της κυβέρνησης να παύσει κάθε συνεργασία με το κράτος – δολοφόνο Ισραήλ; κι αν η ρήξη με τα σκληρά επιχειρηματικά συμφέροντα, τις γεωπολιτικές συμφωνίες και τη θέση της Ελλάδας. είναι ένας στόχος που αντιστοιχεί στο μαζικό αντιπολεμικό κίνημα, μήπως τότε στην παρούσα συνθήκη η δική μας δουλειά έχει ενδιαφέρον να είναι το είναι να γυρίσουμε στη βάση, να φτιαχτεί μια κοινωνική κίνηση αντίδρασης, να πυροδοτήσουμε μικρές πράξεις αντίστασης, που θα δηλώνουν στους υποστηρικτές των γενοκτόνων ότι είναι ανεπιθύμητοι παντού
– πώς μπορεί να ανακάμψει το εργατικό κίνημα; στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικό να επανεξετάσουμε τι σημαίνει εργατικό κίνημα, ποια είναι τα παραδοσιακά εργαλεία και πρακτικές του, ποιες άλλες πρακτικές μπορεί να εφαρμόσει για να γίνει πιο απειλητικό. Ταυτόχρονα, να εξερευνήσουμε πως μπορεί να νομιμοποιηθεί ιδεολογικά και να προωθηθεί πρακτικά το αίτημα για λιγότερη εργασία-μεγαλύτερους μισθούς. Τέλος, να δούμε πως το εργατικό κίνημα μπορεί να εγκολπώσειτους αγώνες που αγκαλιάζουν όλες τις ταυτότητες και τις σύγχρονες καταπιέσεις των εργαζομένων
– πώς μπορεί το αίτημα για προστασία της στέγης και εξάλειψη της ακρίβειας,εκτός από πολιτικά συνθήματα, να γίνουν προμετωπίδες ενός κοινωνικού μπλοκ αντίδρασης,: τι ρόλο μπορεί να παίξει η αλληλεγγύη, τα στέκια γειτονιάς κοκ στο να στηθούν δεσμοί με τον κόσμο που υποφέρει, πώς μπορούμε να οικοδομήσουμε πιο συγκρουσιακές πρακτικές
Όλα αυτά τα ερωτήματα δε θα τα απαντήσει κανένας ειδικός, καμία προσωπικότητα. Ταυτόχρονα, ούτε μπορεί και ούτε πρέπει να τα βρει μόνη τηςκαμία οργάνωση. Αντίθετα, ευελπιστούμε να τα βρούμε μαζί και με την κοινωνία, με όσες κι όσους ζουν κάτι που δεν τους αρέσει και θέλουν να κάνουν κάτι για αυτό.
Βέβαια, κι αυτό πρέπει να τονιστεί, δε μας αφήνουν αδιάφορους οι εκλογές, όπου συμπυκνώνονται όλα τα παραπάνω ερωτήματα – και πολλά παραπάνω. Όπως σωστά όμως λέει ο τίτλος της εκδήλωσης το ζήτημα δεν είναι απλώς να φύγει ο Μητσοτάκης, αλλά και η πολιτική του, η οποία δεν είναι «δικιά του», αλλά είναι η πολιτική του αστικού συνασπισμού εξουσίας και του καπιταλιστικού αστικού κράτους στην περίοδο που διανύουμε. Επομένως, για να τελειώσουμε με αυτή την πολιτική, που τσακίζει τις ζωές όλων μας, υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις και μια βασική εξ αυτών είναι να καταπιαστούμε με το ερώτημα «τι Αριστερά επιχειρούμε να φτιάξουμε σήμερα;», και με ποια διδάγματα από το πρόσφατο παρελθόν. Οπότε, για μας είναι σημαντικό να φτιάξουμε μια αριστερά που και να μπορεί να αποτελεί μια φωνή στη βουλή, αλλά, κυρίως, και μια αριστερά που θα μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία. Και τα προηγούμενα μαθήματα δείχνουν ότι για να φτιαχτεί μια τέτοια αριστερά χρειάζεται να είναι μαζική, και επομένως να μην είναι σεχταριστική, ούτε να βάζει συνολικά πολιτικά προαπαιτούμενα στο κίνημα. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να θέλει να πάει τη σύγκρουση μέχρι τέλους.
Χρειάζεται επίσης, ακόμα και στο σημερινό συσχετισμό, την επίγνωση ότι το πολιτικό πρόγραμμα αυτής της Αριστεράς, εκείνο που εμείς υποστηρίζουμε ότι πρέπει να φτιαχτεί από κοινού με τον αγωνιζόμενο κόσμο και χρειάζεται να καθορίζεται από τη «μεταβατική» λογική να έχει ως παραδοχή την ανάγκη της ρήξης με την ΕΕ. Και αυτό δεν αφορά μόνο κάποιο μελλοντικό σχέδιο ρήξης, αφορά τους ίδιους τους αγώνες που γεννάει η πραγματικότητα στο σήμερα, όπως ήταν οι πρόσφατοι αγώνες των αγροτών, που μας βάζουν μπροστά στο ζήτημα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ.
Τέλος, αυτή η Αριστερά για την οποία μιλάμε χρειάζεται να είναι και στοιχειωδώς δημοκρατική, δεν μπορεί να αντανακλά τα αρχηγικά πρότυπα των συστημικών κομμάτων, με αρχηγούς που να καλούν άτομα να ενταχθούν στα ψηφοδέλτιά τους «ανεξάρτητα τι λένε οι οργανώσεις τους» λες και είναι προπονητές αθλητικών ομάδων.
Επομένως, για να φτιαχτεί μια τέτοια αριστερά, και να μπορεί να παρέμβει και στις εκλογές, πρέπει να δουλέψουμε ώστε να επιτύχουμε τις παραπάνω προϋποθέσεις. Συνεπώς, με βάση και τα παραπάνω, εμάς το καθήκον μας και αυτό που αναλαμβάνουμε θαρεττά με την »πρωτοβουλία για μια νέα ενωτική και ανατρεπτική αριστερά»είναι να φτιάξουμε τους χώρους, τις δομές και τις βασικές πολιτικές κατευθύνσεις που θα επιτρέψουν στις κοινωνικές δυνάμεις, στις καταπιεσμένες, να βρουν χώρο συμμετοχής, συλλογικότητας και έκφρασης, παράγοντας ταυτόχρονα και κεντρομόλες δυνάμεις για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση της αριστεράς. Θα θέλαμε η Πρωτοβουλία μας αυτή να μπορεί να συνεργαστεί και κεντρικοπολιτικά με την ευρύτερη αριστερά που δεν υποτάσσεται στη συναίνεση, όμως σήμερα αυτές οι προυποθέσεις δεν υπάρχουν, παρότι αυτός ο κόσμος συναντιέται στα κινήματα, από το παλαιστινιακό μέχρι τις συνδικαλιστικές προσπάθειες. Θα συνεχίσουμε όμως να παρεμβαίνουμε από τη μεριά μας, και μέσα από την «Πρωτοβουλία για μια νέα ενωτική και ανατρεπτική αριστερά» ώστε να υπάρξουν αυτοί οι όροι και να μπορέσει ο αγωνιζόμενος κόσμος να βρει όχι απλώς εκλογική έκφραση, αλλά ένα πολιτικό σπίτι που θα θέλει να συμμετέχει στην οικοδόμησή του
Με πίστη, λοιπόν, στις κοινωνικές δυνάμεις, ελπίζουμε η ίδρυσή της Πρωτοβουλίας μας να είναι μια μεγάλη αφετηρία και ένα νεύμα για να καταφέρουμε όχι απλά να επιβιώνουμε, αλλά να σημειώσουμε και νίκες. Κι έτσι, θα συνεχίσουμε την ενωτική πολιτική στο κίνημα, τη συγκρότηση της πρωτοβουλίας προς την ιδρυτική της διαδικασία και με το άπλωμα των συνελεύσεών της, την προετοιμασία για μια πλατιά προγραμματική επεξεργασία που έχει τη λογική του μεταβατικού προγράμματος, με την επίγνωση ότι αυτό το πρόγραμμα ανοίγει το ερώτημα του σοσιαλιστικού ορίζοντα, μέσα από την αντίσταση στη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ως την ανατροπή του.
Στους σκοτεινούς αυτούς καιρούς, λοιπόν, ελπίζουμε «στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν».




