Ο τίτλος της συζήτησης, “Ένας κόσμος σε αναταραχή”, μας καλεί να αναρωτηθούμε ποια είναι η αναταραχή σήμερα και πώς την αντιλαμβανόμαστε. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε πως αναταραχή υπάρχει, ο πόλεμος έχει βάλει τη σφραγίδα του στην συγκυρία και πλέον βλέπουμε τα γεωπολιτικά συμφέροντα να συγκρούονται με έναν τρόπο εντελώς επικίνδυνο και εντελώς πρωτοφανή.
Πέρα από την ανάλυση των διεθνών εξελίξεων και των συσχετισμών δύναμης, έχει σημασία να σκεφτούμε το πώς μετά από μια γενοκτονία που συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας, έχει κατέβει ο πήχης της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, της αξιοπρέπειάς της και της ίδιας της της αξίας, για τους λαούς όλου του κόσμου. Η ευκολία με την οποία ισοπεδώθηκε ένας ολόκληρος λαός, υπό το βλέμμα όλου του πλανήτη, με την αδιαφορία και τη στήριξη όλων των χωρών και των θεσμικών φορέων μένει να φανεί πόσο επισφράγισε την αίσθηση της παντοδυναμίας των παικτών αυτού του παιχνιδιού.
Κι όμως, αυτή η συνειδητοποίηση συνυπάρχει με τους αγώνες των λαών που δέχονται τα πυρά του πολέμου, με τον αγώνα του παλαιστινιακού λαού που κρατάει ψηλά την αξιοπρέπεια της ανθρωπότητας, τον συγκινητικό τρόπο με τον οποίο συνεχίζει να προχωρά ο λαός της Κούβας, που εκβιάζεται και απειλείται από τον μεγαλύτερο εγκληματία και τρομοκράτη του κόσμου, τις ΗΠΑ.
Αυτές οι αντιφάσεις είναι που προκαλούν την αναταραχή, κι έχει σίγουρα σημασία να τις βλέπουμε και να τις διαβάζουμε, και ακόμα περισσότερη σημασία να βλέπουμε ποιες είναι οι δικές μας, πιο κοντινές αντιφάσεις.
Σταχυολογώντας τα πεδία, θα έλεγα:
- η Ελλάδα -όπως και μεγάλο τμήμα της Δύσης- βρίσκεται σε αμηχανία απέναντι στον πόλεμο, με την έννοια του αισθήματος ανημπόριας, ενός μουδιάσματος που κράτησε μήνες. Η αιτία αυτής της συνθήκης δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι ο πόλεμος ποτέ δεν έπληξε τη χώρα μας άμεσα, ακριβώς λόγω της αιματοβαμμένης συμμαχίας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Έτσι το αντιπολεμικό κίνημα στην Ελλάδα άργησε πολύ και ακόμα ίσως δεν έχει βρει τον τρόπο να σταθεί απέναντι στον “δικό του” εχθρό που είναι η κυβέρνηση και η εμπλοκή μας στα ιμπεριαλιστικά σχέδια ΗΠΑ και ΝΑΤΟ. Είναι ένα ανοιχτό στοίχημα το πώς το αντιπολεμικό κίνημα στην Ελλάδα θα μπορεί να είναι αντικυβερνητικό, διατηρώντας τα διεθνιστικά χαρακτηριστικά του.
- από τι βλέπουμε όμως πράγματι να πλήττεται η μεγάλη πλειοψηφία; Η ακρίβεια, ο πληθωρισμός, οι μισθοί, το κόστος στέγης, προφανώς και η περικοπή κοινωνικών δαπανών που σχετίζεται με την πολιτική προετοιμασία, είναι τα θέματα που απασχολούν τον καθημερινό κόσμο στον οποίο μιλάμε και θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς ως προς το ότι πέρα από την εκφώνηση του προβλήματος, η παρέμβαση της αριστεράς είναι εξαιρετικά περιορισμένη, όπως και η άρθρωση πολιτικών αιτημάτων.
- τέλος, στον απόηχο ενός μεγάλου φεμινιστικού κινήματος μετά το #MeToo και των τεράστιων αντιφασιστικών κινητοποιήσεων που οδήγησαν στην καταδίκη της Χρυσής Αυγής, βλέπουμε τον εθνικισμό, τον συντηρητισμό και την ομοφοβία να αρχίζουν ξανά να ριζώνουν. Η άνοδος του φασισμού στα σχολεία, η κυβερνητική ρητορική και η ανάδυση πολιτικών μορφωμάτων που αξιοποιούν αυτό το κλίμα αποτελούν ενδείξεις μιας βαθιάς συντηρητικής αναδίπλωσης.
Ερχόμενες, λοιπόν, στο δεύτερο μισό του τίτλου, τίθεται το ερώτημα: ποια είναι η διέξοδος για τον κόσμο της εργασίας, για τα λαϊκά στρώματα; Για ποιες εργαζόμενες και ποιους εργαζόμενους μιλάμε;
Μιλάμε για εργαζόμενες γονατισμένες από το βάρος της καθημερινότητας και το άγχος της επιβίωσης, σε μια περίοδο όπου τα εργαλεία και τα όπλα των εργαζομένων για να αγωνίζονται έχουν υποχωρήσει δραματικά.
Μιλάμε για εργαζόμενους που βομβαρδίζονται καθημερινά από τη νεοφασιστική ρητορική, σύμφωνα με την οποία για τα προβλήματά τους ευθύνεται η απομάκρυνση από την οικογένεια και την πατρίδα, και που τελικά βρίσκουν αποκούμπι στο μίσος απέναντι στις μετανάστριες και τους μετανάστες, στις γυναίκες, στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα.
Μιλάμε για νέες και νέους που πειθαρχούν ήδη από τα εφηβικά τους χρόνια, που σπουδάζουν σε ολοένα και πιο αποστειρωμένες σχολές, δουλεύοντας παράλληλα για να τα βγάλουν πέρα· που αδυνατούν να βρουν αξιοπρεπή κατοικία με τα ενοίκια που επικρατούν και μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι «θα πιάσουν την καλή» μόνο αν δουλέψουν αρκετά σκληρά.
Στο πολιτικό επίπεδο, ποια είναι η διέξοδος; Ή, μάλλον, πριν φτάσουμε εκεί, ποια πλασάρεται σήμερα ως διέξοδος; Η στενάχωρη αλήθεια, όσο κι αν δεν μας αρέσει, είναι ότι το μοντέλο των προσωποκεντρικών κομμάτων εξακολουθεί να λειτουργεί. Ο κόσμος θα στηρίξει μαζικά το κόμμα Τσίπρα, είτε γιατί οι κοινωνίες μας δεν έχουν συλλογική μνήμη και όσα μεσολάβησαν από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται, για κάποιο λόγο, να έχουν ξεθωριάσει, είτε για έναν ακόμη πιο στενάχωρο λόγο: γιατί σκέφτεται ότι «προτιμώ να δέρνουν δέκα πορείες παρά είκοσι πέντε· μπορώ να συμβιβαστώ με το να παραμείνουμε στο ΝΑΤΟ ή να έχουμε συμμάχους το Ισραήλ, αν αυτό σημαίνει ότι θα δοθεί μια ανάσα στα εργασιακά δικαιώματα και στις κοινωνικές παροχές».
Πρόκειται για μια παραδοχή βαθιά στενάχωρη. Είναι μια παραδοχή που την ακούμε γύρω μας και συνοψίζεται στη φράση «τίποτα δεν είναι χειρότερο από τον Μητσοτάκη». Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να σημαίνει και κάτι ακόμη: ότι, αν εμείς καταφέρουμε να βάλουμε στο τραπέζι κάτι διαφορετικό, κάτι πραγματικά πειστικό, κάτι που θα επιτρέπει σε αυτόν τον κόσμο να ξεφύγει από αυτό το δίλημμα, τότε μπορεί να απελευθερωθούν δυνάμεις. Και τότε ίσως έχουμε λόγους να είμαστε αισιόδοξοι και αισιόδοξες.
Πιστεύω ακράδαντα ότι η απουσία μιας πραγματικής πολιτικής εναλλακτικής έχει χαραχτεί βαθιά στη συνείδηση του κόσμου, και είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, ευθύνη της Αριστεράς να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση, παίρνοντας αυτή τη φορά τη συνειδητή απόφαση να επιχειρήσει να κάνει τα πράγματα διαφορετικά, να μη κλειστεί ξανά σε δωμάτια αναζητώντας ένα πολιτικό πρόγραμμα βασισμένο, σε μεγάλο βαθμό, σε ήδη δοκιμασμένα σχήματα. Να προσπαθήσει να εμπλέξει όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο στη διαδικασία αυτή, να πάρει το feedback από την παρέμβασή της στα κοινωνικά πεδία και να μετατρέψει τα αιτήματα που γεννιούνται αυθόρμητα μέσα από τα προβλήματα της καθημερινότητας σε πρόγραμμα και πολιτική αιτηματολογία.
Να προσεγγίσει, επίσης, με φαντασία και δημιουργικότητα τα σύγχρονα ερωτήματα και πρώτ’απ’όλα το πώς μπορεί να μοιάζει σήμερα το αντιπολεμικό κίνημα, και τι μπορεί να εισφέρει στην υπόθεση αυτή η Αντιπολεμική Δράση που ιδρύθηκε πρόσφατα. Κωδικά, αν ο στόχος να στραφούν όλα τα βέλη προς την κυβέρνηση, να ηγεμονεύσει το αίτημα για παύση κάθε συνεργασίας με το κράτος-δολοφόνο και για ρήξη με τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, τις γεωπολιτικές συμφωνίες και τη θέση της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αντιστοιχεί σε ένα άλλο, πιο μαζικό αντιπολεμικό κίνημα τότε, σε μια σημερινή, πιο αντίστοιχη στις δυνάμεις μας κλίμακα σύγκρουσης, η δική μας δουλειά είναι να επιστρέψουμε στη βάση: να συμβάλλουμε στη δημιουργία μιας κοινωνικής κίνησης αντίδρασης, να πυροδοτήσουμε μικρές πράξεις αντίστασης, να δώσουμε πραγματικό περιεχόμενο στο τι σημαίνει να είναι οι εκπρόσωποι του κράτους-δολοφόνου ανεπιθύμητοι παντού.
Να ενδιαφερθούμε ουσιαστικά για το πώς μπορούν να δοθούν ανάσες αισιοδοξίας στο εργατικό κίνημα; Χρειάζεται να επανεξετάσουμε τι σημαίνει σήμερα εργατικό κίνημα, ποια είναι τα εργαλεία και οι πρακτικές του. Πώς μπορεί να νομιμοποιηθεί το αίτημα για λιγότερη εργασία και μεγαλύτερους μισθούς; Και, κυρίως, πώς μπορεί το εργατικό κίνημα να εμπλουτιστεί από τους αγώνες που αγκαλιάζουν όλες τις ταυτότητες και όλες τις σύγχρονες μορφές καταπίεσης που βιώνουν οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι.
Να αναρωτηθούμε και να βρούμε λύσεις στο πώς μπορούν η στέγη και η ακρίβεια να γίνουν οι προμετωπίδες ενός κοινωνικού μπλοκ αντίδρασης και όχι απλώς πολιτικά συνθήματα; Τι ρόλο μπορεί να παίξει η αλληλεγγύη, τα στέκια γειτονιάς και οι συλλογικές δομές, ώστε να χτιστούν πραγματικοί δεσμοί με τον κόσμο που υποφέρει; Πώς μπορούμε να επιστρέψουμε σε πιο συγκρουσιακές πρακτικές;
Όλα αυτά δεν θα τα βρει μόνη της ούτε η Αναμέτρηση ούτε η Μετάβαση. Ευελπιστούμε να τα βρούμε μαζί με την κοινωνία, μαζί με όσες και όσους ζουν μια πραγματικότητα που δεν τους αρέσει και θέλουν να κάνουν κάτι για να την αλλάξουν.
Το δικό μας καθήκον, και αυτό που αναλαμβάνουμε θαρρετά μέσα από την ΠΚ, είναι να δημιουργήσουμε τους χώρους, τις δομές και τις βασικές πολιτικές κατευθύνσεις ώστε αυτό το κομμάτι της κοινωνίας να μπορέσει να έρθει, να εκφραστεί, να δράσει. Πιστεούμε, άλλωστε, πως αυτός είναι ταυτόχρονα και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να παραχθούν οι αναγκαίες κεντρομόλες δυνάμεις για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση της Αριστεράς.
Το σημερινό πολιτικό σκηνικό, νομίζω, μπορεί να συνοψιστεί σε μία φράση: αλίμονο σε όποιον πιστεύει στην αυτάρκεια της πολιτικής του πρότασης και αλίμονο σε όποιον την εμπιστεύεται στα χέρια προσωπικοτήτων, ειδικών και σωτήρων.
Εμείς εξακολουθούμε να κρατάμε την πίστη μας στις κοινωνικές δυνάμεις και ελπίζουμε η ίδρυσή μας να αποτελέσει μια μεγάλη αφετηρία, ένα νεύμα προς την κοινωνία, ώστε να καταφέρουμε να κινηθούμε μαζί της.





