ΓΣΕΕ και σκάνδαλο Παναγόπουλου
Η άποψή μας για την προοπτική υπέρβασης της σημερινής ΓΣΕΕ
Το σκάνδαλο Παναγόπουλου στην ΓΣΕΕ αποτελεί όμως την κορυφή του παγόβουνου της συνολικότερης μετάλλαξης του ρόλου των κορυφών της αστικοποιημένης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας του ιδιωτικού τομέα, ειδικά μετά την τομή των μνημονίων, όπου πλέον απεμπόλησε κάθε ρόλο έστω και συμβιβασμένης και υποχωρητικής διαπραγμάτευσης, και μετατράπηκε σε εταίρο των κεντρικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Μια πλευρά αυτής της καθολικής μετάλλαξης είναι η διαχείριση προγραμμάτων κατάρτισης, στα πλαίσια της κατεύθυνσης της “απασχολησιμότητας”, δηλαδή μιας κεντρικής στρατηγικής της ΕΕ για τους εργαζόμενους, σύμφωνα με την οποία χρειάζεται να μην έχουν σταθερή εργασία και δικαιώματα, και να επανακαταρτίζονται διαρκώς για να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της εκάστοτε επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτής της εταιρικής σχέσης με την κυβέρνηση, η ΓΣΕΕ μετατράπηκε σε πλασιέ της “κοινωνικής συμφωνίας” και υπηρέτησε την κυβερνητική αφήγηση για την κατάργηση των μνημονιακών περιορισμών και την επαναφορά των ΣΣΕ.
Με αυτή την αφορμή, αναδημοσιεύουμε την άποψή μας για την προοπτική υπέρβασης της σημερινής ΓΣΕΕ, από την συνολικότερη στρατηγική επεξεργασία μας για την εργασία και το συνδικαλιστικό κίνημα.
//
6.2.2.2.3 Το ερώτημα της υπέρβασης της ΓΣΕΕ
Παρότι αντιλαμβανόμαστε -και επαναλαμβάνουμε- τον περιορισμό που μας θέτουν οι δυνάμεις μας, η ίδια η πορεία των συλλογισμών οδηγεί καθε συνειδητό συνδικαλιστή, και όχι μόνο τους οργανωμένους αγωνιστές, στα βαθύτερα ερωτήματα για την κατάσταση του ΣΚ στην Ελλάδα και την υπέρβαση της. Και παρότι δεν μπορούμε να φτιάχνουμε συνταγές για τα μαγειρεία του μέλλοντος, ταυτόχρονα χρειαζόμαστε οραματικές πυξίδες για να μας κατευθύνουν. Το ερώτημα προκύπτει και από την περιγραφή μας, αλλά και την ιστορική εμπειρία για τους διασωματειακούς συντονισμούς στην Ελλάδα: Εάν προχωρήσει η λειτουργία ενός μονιμότερου συντονισμού με πραγματική γείωση, θα αναμετρηθεί με τους δεδομένους συσχετισμούς στις συνομοσπονδίες και κυρίως στη ΓΣΕΕ.
Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι η βασική δυνατότητα που έχει η ΓΣΕΕ σήμερα είναι το μονοπώλιο της δυνατότητας κήρυξης γενικής απεργίας στον ιδιωτικό τομέα. Και η διοίκησή της εκμεταλλεύεται το μονοπώλιο αυτό για να σαμποτάρει συχνά προσπάθειες κινητοποίησης και υπέρβασής της, να αναβάλλει απεργίες που έχουν αποφασιστεί από δεκάδες σωματεία, να παίζει παιχνίδια με τις ημερομηνίες μέχρι τελευταία στιγμή, να ανακόψει κάθε ουσιαστική προσπάθεια αναμέτρησης με το αστικό μπλοκ έστω και στην προσπάθεια να μπλοκαριστούν συγκεκριμένα νομοσχέδια ή η εφαρμογή τους. Την ίδια στιγμή όμως, όπως έχουμε δει και στις πρόσφατες (το 2021) απεργίες που κηρύχθηκαν από ΕΚΑ – ΑΔΕΔΥ στην Αττική, οι κηρυγμένες από την ΓΣΕΕ απεργίες έχουν σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή, ακόμα και στα μπλοκ που καταδικάζουν την πολιτική της, λόγω της μεγαλύτερης ιστορικής νομιμοποίησης. Η στιγμή που αυτό άλλαξε ήταν η απεργία στις 8/3/2023 για τα Τέμπη: Η ΓΣΕΕ δεν κήρυξε απεργία, αλλά κήρυξαν απεργία σχεδόν όλα τα Εργατικά Κέντρα της χώρας από κοινού με την ΑΔΕΔΥ, ακόμα και πολλά με αρνητικό συσχετισμό. Η απεργία είχε πολύ μαζική συμμετοχή, όπως και οι διαδηλώσε, και αποδείχθηκε ότι το προαναφερθέν “μονοπώλιο” μπορεί να σπάσει σε τέτοιες στιγμές.
Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η εργατική τάξη στην Ελλάδα μετά από 10 χρόνια μνημονιακής επέλασης είναι σε μεγάλο βαθμό ευθύνη της ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Και μάλιστα σε μια χώρα με την ιστορία εργατικών αγώνων της Ελλάδας, και σε μία περίοδο που ο κόσμος βγήκε μαζικά στους δρόμους με ανατρεπτική διάθεση, ψάχνοντας και άλλους τρόπους οργάνωσης, αφού η πλειοψηφία του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος δεν τους παρείχε. Η στιγμή της υποστήριξης -ουσιαστικά- του “ΝΑΙ” στο δημοψήφισμα του 2015 αποτελεί τη συμβολική κορύφωση αυτής της διαδικασίας, αλλά δεν είναι η μόνη. Αυτή η πορεία συνδυάζεται με το γεγονος ότι το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζομένων είναι μονοψήφιο, αλλά και την εκτεταμένη νοθεία που λαμβάνει χώρα στις αρχαιρεσίες. Από αυτή την κατάσταση προκύπτει μια αντίφαση που δεν μπορουμε να μην αντιμετωπίσουμε: Παρά το γεγονός ότι υποστηρίζουμε την ενότητα των εργαζομένων μέσα στα σωματεία στη βάση της ταξικής θέσης τους στην παραγωγή και όχι στη βάση της πολιτικοϊδεολογικής τους τοποθέτησης, η κατάντια της ΓΣΕΕ, και η έλλειψη δυνατότητας να ξεπεραστεί με “συμβατικά μέσα” (αλλαγή πλειοψηφίας) βάζει αντικειμενικά το ερώτημα υπέρβασης της ΓΣΕΕ, έστω και εάν πρόκειται για μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Έχει σημασία να σημειώσουμε εδώ τη διαφορά από την ΑΔΕΔΥ: Η ΑΔΕΔΥ σήμερα έχει συμβιβασμένη ηγεσία και πολύ δυσμενή συσχετισμό δύναμης στο εσωτερικό της. Όμως -με την αίρεση του αποκλεισμού των συμβασιούχων από πολλά σωματεία- η κατάσταση αυτή αποτυπώνει έναν πραγματικό συσχετισμό. Αυτή είναι ουσιαστική διαφορά, και αποτυπώθηκε και στην αλλαγή συσχετισμού εντός της ΑΔΕΔΥ αλλά και στις τοποθετήσεις της την μνημονιακή περίοδο, και ειδικά στη φάση της όξυνσης των ταξικών αγώνων.
Με αυτά τα δεδομένα, νομίζουμε ότι πρέπει να αρχίσουμε να στοχαζόμαστε πάνω στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε δημοκρατική βάση. Σε μία επόμενη καμπή όξυνσης των αγώνων, το ζήτημα της οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος θα μπει ξανά στην ημερήσια διάταξη, αλλά η συζήτηση οφείλει να γίνει από τώρα. Η δημιουργία μιας νέας πανεργατικής δομής, από όσα σωματεία/συνδικάτα/ομοσπονδίες αλλά και πολιτικές δυνάμεις του ιδιωτικού τομέα αναγνωρίζουν το αδιέξοδο της κατάστασης της ΓΣΕΕ, ανεξαρτήτως συνολικότερης τοποθέτησης (αρκεί να είναι “τίμιοι” και δημοκράτες δηλαδή) από κοινού με την ΑΔΕΔΥ, υπερβαίνοντας έτσι στην πράξη και το διαχωρισμό δημόσιου – ιδιωτικού τομέα, ίσως να μπορούσε να λύσει το γόρδιο δεσμό της πανελλαδικής οργάνωσης και εκπροσώπησης των εργαζομένων.







