Δώρα Σταθοπούλου | Συνδικαλίστρια Υπουργείου Εργασίας, Αντίλογος
—
Σήμερα, όταν μιλάμε για τα συνδικάτα, μιλάμε για θεσμικές μορφές οργάνωσης και εκπροσώπησης πλέον της μισθωτής εργασίας, και της δημοσιοϋπαλληλίας όταν μιλάμε για συνδικαλισμό στο Δημόσιο. Πρόκειται για οργανωτές των κοινωνικών δυνάμεων γύρω από τα συλλογικά τους συμφέροντα. Δεν σημαίνει ότι τα συνδικάτα ασχολούνται πάντα αποκλειστικά με υλικά συμφέροντα. Έχουμε δει, όπως μας είπε και ο Δημήτρης, ότι έχουν κρατήσει και αντιπολεμική στάση σε διάφορες περιόδους και διεθνιστική και αλληλέγγυα στάση. Ωστόσο, αν θέλουμε να μιλήσουμε για το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και τη δομή του, θα πρέπει να πούμε ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δομή του η δομή της απασχόλησης και η θέση της μισθωτής εργασίας στον ελληνικό καπιταλισμό.
Όπως ειπώθηκε, ο συνδικαλισμός εξακολουθεί να συναρτάται με το μέγεθος της επιχείρησης. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό, αν όχι η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων, απασχολούν έναν έως πέντε εργαζόμενους και το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων, γυναικών και ανδρών, βρίσκονται σε επιχειρήσεις ενός έως πέντε εργαζομένων. Αυτό σημαίνει ότι η διασπορά των επιχειρήσεων και οι μικρές επιχειρήσεις είναι σημαντικό εμπόδιο στην συγκρότηση και συγκεντροποίηση των συνδικαλιστικών δυνάμεων.
Βάζω και άλλο ένα θέμα, έτσι, για να το συζητήσουμε, την πολυαπασχόληση, η οποία κατά την άποψή μου, δεν ευνοεί τη διαμόρφωση μιας συνείδησης μισθωτής εργασίας.
Δεύτερο σημείο χαρακτηριστικό, θα το πω και αυτό πολύ γρήγορα, έχει να κάνει με τον δυισμό στο συνδικαλιστικό κίνημα μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι στο ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν έχουμε ενιαία συνδικαλιστική έκφραση. Ήταν απόφαση κρατική του Ελευθέριου Βενιζέλου να έχουμε ομοσπονδίες και πρωτοβάθμια του ιδιωτικού τομέα και του δημοσίου. Γι’ αυτό έχουμε και ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ. Αυτό θα το δούμε και στη συμμετοχή των εργαζομένων, και των γυναικών και των ανδρών στα σωματεία, όπου έχουμε μεγαλύτερη στο δημόσιο τομέα, φθίνουσα και αυτή λόγω της ιδιωτικοποίησης των ΠΕΚΟ, και χαμηλότερη έως οριακή πλέον συμμετοχή στον ιδιωτικό τομέα των εργαζομένων.
Τρίτο χαρακτηριστικό είναι ο πολυκερματισμός που συναντάμε στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σωματεία. Σήμερα μιλάμε για πληθώρα πρωτοβάθμιων σωματείων και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Επίσης και πληθώρα ομοσπονδιών, που πολλές φορές είναι και σφραγίδες, κάτι που δεν βοηθάει στον συντονισμό της μισθωτής εργασίας. Δεν μιλάμε στην Ελλάδα για μεγάλα κλαδικά σωματεία πλέον. Δεν έχουμε Amazon που κατεβαίνουν κάποιες χιλιάδες. Εδώ έξω από το Υπουργείο Εργασίας μπορεί να βρείτε έως και είκοσι απεργούς για παράσταση διαμαρτυρίας. Επίσης, το στοιχείο της συναίνεσης που είπε και ο Δημήτρης, είπε και ο Κώστας πριν, το οποίο εισήχθη το 1990. Όντως, όλη αυτή η πολιτική της διαβούλευσης και του κοινωνικού εταίρου, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των συγκρουσιακών στοιχείων που μας παρουσίασε ο Δημήτρης, που είχε παλαιότερα το συνδικαλιστικό κίνημα. Έτσι έχουμε μια επί μακρόν εκπαίδευση των συνδικάτων, των συνδικαλιστριών και των συνδικαλιστών στις διαπραγματεύσεις και στις διαβουλεύσεις.
Θα πάρω λίγο το ζήτημα της κρατικής παρέμβασης. Ναι, ισχύουν όσα ειπώθηκαν ότι έχουμε αυτή τη στιγμή, δεν είχαμε ούτε οικονομική αυτονομία. Είχαμε κρατική παρέμβαση σε ό,τι αφορά τα συνδικάτα, όπως μας τα παρουσίασε ο Δημήτρης, τα μνημόνια κτλ. Αυτό κατά την άποψή μου, αν ήθελα να συμπυκνώσω τι σημαίνει κρατική παρέμβαση, ιδίως με τις ΠΝΠ, τα μνημόνια και τις τελευταίες νομοθεσίες, σημαίνει ότι έχουμε απόσπαση της εξουσίας που είχαν τα συνδικάτα και συγκέντρωσή της στο κράτος. Μια ΣΣΕ σημαίνει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Εφαρμόζονται με την υπογραφή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι διαλύθηκαν και δεν μπορεί να παρέμβει το κράτος. Αυτό που έκανε λοιπόν το κράτος ήταν να δείξει την έξοδο στην εργατική τάξη από το πεδίο της πολιτικής. Αυτό επιχειρείται και στην αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας.
Αυτό έχει μεγάλο σημασία που λέω, γιατί αποτυπώνεται σε αυτό που λέμε κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος και των συνδικάτων. Και αυτήν μπορούμε να τη δούμε χαρακτηριστικά στα ζητήματα της συνδικαλιστικής πυκνότητας, τα οποία επηρεάζονται από την ανεργία, τη μετανάστευση, τη γήρανση του πληθυσμού. Έχουμε μια κρίση νομιμοποίησης των συνδικάτων και εκπροσώπησης, και, φυσικά, είναι πλέον συναρτημένος ο βαθμός συνδικαλιστικής συμμετοχής με το επίπεδο της σταθερής απασχόλησης. Ειπώθηκαν πάρα πολλά για τις ευέλικτες μορφές εργασίας. Μπορώ σήμερα να πω ότι ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα αφορά έναν συνδικαλισμό των εξασφαλισμένων εργαζομένων, σταθερή πλήρη απασχόληση και λιγότερο των επισφαλών εργασιακών κατηγοριών.
Και εδώ θα φτάσω σε δύο σημεία, τα οποία θεωρώ ότι είναι υποβαθμισμένα, σπάνια συζητιούνται και είναι το ζήτημα του κατεξοχήν πρεκαριάτου, που είναι οι γυναίκες οι μετανάστες. Και θα σταθώ σε αυτό για να δούμε, έστω και γρήγορα, τη σχέση των συνδικάτων με τις γυναίκες εργαζόμενες και τη σχέση των συνδικάτων με τους μετανάστες, τις μετανάστριες, πρόσφυγες και προσφύγισσες. Σπάνια μιλάμε, και όταν αναφερόμαστε στην εργασία, θα μου επιτρέψετε να πω ότι μιλάμε για την ανδρική πλήρη απασχόληση και δεν μιλάμε για τις γυναίκες, οι οποίες είναι πρωταγωνίστριες σε όλους τους δείκτες ανεργίας, μερικής απασχόλησης, χαμηλόμισθης αμοιβής. Σε σχέση με τους άντρες, ίδιες ηλικίες και ίδιου μορφωτικού επιπέδου.
Τα νούμερα, ειδικά στην Ελλάδα, παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση όταν μιλάμε π.χ. για την ανεργία. Αυτή τη στιγμή επαίρεται η κυβέρνηση ότι έπεσε η ανεργία. Λέει, «έπεσε η ανεργία στο 7%», όχι όμως των γυναικών. Των γυναικών είναι στο 13%! Όλοι όμως μιλάμε για την ανεργία του κάτω από το δέκα, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν είναι όλοι κάτω από το δέκα ή όλες. Όλοι μιλάμε για τις επισφαλείς σχέσεις εργασίας. Όμως, μόνο μία στις εφτά γυναίκες είναι στην Ελλάδα ευέλικτα εργαζόμενη. Ως εκ τούτου, ο εφεδρικός χαρακτήρας του γυναικείου εργατικού δυναμικού διατηρείται, παρά το γεγονός ότι πλέον αυτές διαθέτουν μορφωτικό επίπεδο και συμμετέχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό στην αγορά εργασίας, ας το πούμε έτσι. Αυτές κυρίως θα πρέπει να πούμε ότι συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένο μικρό αριθμό επαγγελμάτων, κυρίως υπηρεσίες ή ανειδίκευτες εργάτριες ή πωλήτριες ή ως διδακτικό προσωπικό. Και θα πρέπει όλο αυτό να το δούμε, αυτή την κατάσταση της γυναικείας εργατικής τάξης, να το πω έτσι, να τη δούμε μέσα σε αυτό το περιβάλλον που ήδη παρουσιάστηκε. Σε ένα περιβάλλον απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, διάλυσης του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, εντατικοποίησης, υψηλής παραβατικότητας, υποβάθμισης των ελεγκτικών μηχανισμών.
Αυτή, όμως, η κατάσταση των γυναικών εργαζομένων, ταυτόχρονα τις τοποθετεί σε αυτό που -θα χρησιμοποιήσω μια φράση της Ρο Μπόθαμ- «στο περιθώριο της ιστορίας». Τι εννοώ; Δεν τις αποτρέπει από τη συμμετοχή τους στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ενώ λοιπόν βλέπουμε ότι αυτές οι αλλαγές που έγιναν στην αγορά εργασίας και κυρίως η αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, δεν επιτρέπουν στις γυναίκες να ενταχθούν, δεν βλέπουμε καμία μέριμνα, στρατηγική, τακτική του συνδικαλιστικού κινήματος να εντάξει τις γυναίκες στους κόλπους του. Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε σε αυτά και τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας εντός του οίκου και την απουσία υποστηρικτικών δομών και τον φόρτο των οικογενειακών υποχρεώσεων. Θα έλεγα παράλληλα ότι το φεμινιστικό κίνημα και οι φεμινιστικές ιδέες δεν έχουν επιδράσει πάνω στις δομές του συνδικαλιστικού κινήματος. Και φαίνεται από την άλλη πλευρά, ότι ούτε το φεμινιστικό κίνημα το απασχολούν ζητήματα όπως είναι η οικονομική χειραφέτηση, που έβαλε το εργατικό και φεμινιστικό κίνημα τη δεκαετία του ’80. Ήταν κορυφαίο για το γυναικείο και το φεμινιστικό. Αν εξαιρέσουμε δηλαδή κάποιες ημέρες αφιερωμένες στη γυναίκα, 8η Μάρτη, που έχουμε έναν ας πούμε, συντονισμό του συνδικαλιστικού και φεμινιστικού κινήματος, δεν υπάρχει, ή εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω κάποια άλλη πρόθεση αλληλεπίδρασης αυτών των δύο κινημάτων, έτσι ώστε να θέσει στο κέντρο της συζήτησης και τη γυναίκα συνδικαλίστρια και την γυναικεία απασχόληση.
Και φέρνω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πέρασε ένα νομοσχέδιο για το δεκατριάωρο. Ποιος ασχολήθηκε με το τι σημαίνει δεκατρείς ώρες για μια γυναίκα; Τι σημαίνει δεκατριάωρο για την γυναικεία απασχόληση; Μιλάμε για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και δεν λέμε ότι με την απώλεια των συλλογικών συμβάσεων εργασίας χάθηκαν ζητήματα ισότητας που είχαν προωθηθεί. Όπως δεν απασχολεί ούτε το φεμινιστικό κίνημα ούτε το συνδικαλιστικό, τι σημαίνει η απώλεια όντως των ΣΣΕ, των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, για την γυναικεία χειραφέτηση. Εδώ λοιπόν φτάνουμε σε ένα συμπέρασμα: θα πρέπει, λοιπόν, να πω ότι παρά το γεγονός ότι έχει αλλάξει η σύνθεση της εργατικής τάξης, των εργαζόμενων, καλύτερα, τάξεων στην Ελλάδα μετά την εφαρμογή των μνημονίων και την κυριαρχία όλων αυτών των ευέλικτων σχέσεων εργασίας, το εργατικό, το συνδικαλιστικό κίνημα συνεχίζει να μιλάει για το λευκό Έλληνα πλήρως απασχολούμενο.
Και εδώ φτάνω στο ζήτημα μεταναστών/μεταναστριών. Επίσης, άλλη μια ιστορία στην οποία φαίνεται ότι δεν έχει μεριμνήσει τόσο όσο θα έπρεπε το συνδικαλιστικό κίνημα για να εντάξει στους κόλπους του εκείνο το κομμάτι της εργατικής τάξης, το οποίο πλέον αυξάνεται, με την είσοδο των μεταναστών/μεταναστριών και παρά το γεγονός ότι και διακηρυκτικά είναι διεθνιστικό και στην πράξη. Όταν είχαμε πχ τις προσφυγικές ροές είχαμε πρακτικές έμπρακτης βοήθειας, με τη συλλογή ειδών για τους πρόσφυγες και το κίνημα των εκπαιδευτικών που έβαλε τα ζητήματα της ένταξης των προσφύγων στις τάξεις. Παρόλα αυτά, μέριμνα και δομές ένταξης των μεταναστών και των προσφύγων, προσφύγισσων και προσφύγων στις τάξεις του δεν έχει υπάρξει. Μπορεί να έχουν υπάρξει δράσεις ενημέρωσης που έχει κάνει το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, να δίνει νομική υποστήριξη, συμβουλευτική και τέτοια, όμως δεν φάνηκε να μπορεί να εντάσσει αυτή την μεγάλη μερίδα των εργαζομένων στις τάξεις τους. Ούτε, θα πω, το αντιρατσιστικό κίνημα έχει ασχοληθεί με το ζήτημα του πώς θα συνομιλήσω με το συνδικαλιστικό κίνημα και θα το πείσω να ανοίξει τις δομές του προς τους μετανάστες και τις μετανάστριες.
Θα προσπαθήσω τώρα, κλείνοντας, να πω κατά την άποψή μου γιατί συνέβη αυτό. Γιατί έχει αλλάξει το διεκδικητικό ρεπερτόριο και του φεμινιστικού και του αντιρατσιστικού κινήματος. Αφενός, μετά το ’15 έχουμε ένα αντιρατσιστικό κίνημα, το οποίο έχει μια προσφυγοκεντρική προσέγγιση. Κατανοητό. Απόλυτα κατανοητό λόγω και των προσφυγικών ροών και όλης αυτής της σκληρής αντιμεταναστευτικής πολιτικής η οποία γίνεται, με την απώλεια των ζωών. Όμως, έμειναν πίσω αιτήματα που έβαζε παλαιότερα το ίδιο το αντιρατσιστικό κίνημα και που δεν έχουν λυθεί. Τα ζητήματα της τακτοποίησης του νομικού καθεστώτος, της ασφάλισής τους, των εργασιακών τους δικαιωμάτων, της οικογενειακής επανένωσης. Όλα αυτά βρίσκονται πλέον εκτός ρεπερτορίου ή σπάνια τα συζητούμε. Από την άλλη, δεν υπάρχουν στοχευμένες δράσεις να προσελκύσει νέα μέλη, από τους νεοερχόμενους ή τους παλαιούς μετανάστες, οι οποίοι διαμένουν και έχουν λύσει και το ζήτημα της γλώσσας.
Από την άλλη πλευρά, φαίνεται και το φεμινιστικό κίνημα επίσης έχει αλλάξει το ρεπερτόριό του με κέντρο τη βία κατά των γυναικών. Η γυναικοκτονία πλέον είναι ένα από τα πρώτα αιτήματα, επίσης κατανοητό, γιατί σήμερα μιλάμε για την απώλεια της ζωής μιας γυναίκας. Ωστόσο, σπάνια ασχολούμαστε με την κατάσταση των εργαζομένων γυναικών. Παρότι το MeToo ξεκίνησε από τους επαγγελματικούς χώρους των καλλιτεχνών και του αθλητισμού και ήταν άντρας εργοδότης, που άσκησε βία. Γρήγορα αυτό, ενώ ξεκίνησε μια κουβέντα, κατά την άποψή μου, ξεχάστηκε και δεν συζητήσαμε αυτά τα ζητήματα στους χώρους εργασίας. Φαίνεται λοιπόν ότι υπάρχει αδυναμία. Και γι’ αυτό, κατά την άποψή μου, υπάρχει και μια τεράστια αδυναμία, να μην πω αμηχανία, των συνδικαλιστών και του συνδικαλιστικού κινήματος να διαχειριστεί ζητήματα παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης εντός του χώρου εργασίας.
Θα έλεγα λοιπόν, κλείνοντας, ότι παρότι δεν συναντάμε συνέργειες ή συνεργασίες μεταξύ του φεμινιστικού, αντιρατσιστικού και συνδικαλιστικού κινήματος, παρόλα αυτά η αλλαγή ρεπερτορίου των δύο κινημάτων επέδρασαν στο ίδιο το διεκδικητικό ρεπερτόριο του συνδικαλιστικού κινήματος. Όπως προανέφερα, προφανώς είναι κατανοητό ότι πλέον ο καπιταλισμός έχει γίνει η συνείδηση του κόσμου. Δεν βάλλει μόνο τα δικαιώματα, αλλά βάλει και την ίδια τη ζωή. Και γι’ αυτό υπάρχει ίσως και αυτή η στόχευση στα ζητήματα απώλειας ζωών. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσοι πρόσφυγες και προσφύγισσες ξεπέρασαν την παγίδα της Μεσογείου ή ξεπέρασαν τους συνοριακούς, τους φράχτες στα σύνορα, ή όσες γυναίκες διασώθηκαν από τη βία των συντρόφων τους, έχουν πάρα πολλούς φράχτες στην καθημερινότητά τους να αντιμετωπίσουν.




