του Νίκου Κατσιούρα, μέλους του Πανελλαδικού Συμβουλίου της Αναμέτρησης
Το ζήτημα της κρισιμότητας της συγκυρίας.
Θα μπορούσαμε άραγε να παρομοιάσουμε τη συλλογική βιωμένη εμπειρία της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα δε στο λεγόμενο αναπτυγμένο κόσμο, τα τελευταία 200 χρόνια, με το μαρτύριο του Σίσυφου ; Ζούμε όντως εγκλωβισμένα στην ροή κοσμοϊστορικών αλλαγών, στις οποίες αδυνατούμε ουσιαστικά να παρέμβουμε, παρακολουθώντας ως τραγικοί θεατές τη ζωή μας και τα συλλογικά μας δικαιώματα να περιορίζονται προς το ασφυκτικότερο διαρκώς ; Είναι όντως η συλλογική μας εμπειρία εν εξελίξει μία τομή στο ιστορικό συνεχές, σε σχέση με τις συλλογικές βιωμένες εμπειρίες εκατομμυρίων ανθρώπων ανά ιστορικές περιόδους, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία του 1524, την Αγγλία του 1381 ή την Κίνα του 1850 μχ ;
Απαντώντας στο πρώτο ερώτημα που τέθηκε, γιατί θα μπορούσαμε τυχόν να παρομοιάσουμε τη συλλογική βιωμένη εμπειρία της εργατικής τάξης τα τελευταία 200 χρόνια με το μαρτύριο του Σίσυφου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό αποτυπώνεται σε σημαντικό βαθμό στο ίδιο το ιστορικό των κοινωνικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης τους τελευταίους δύο αιώνες. Μέσα από σκληρούς αγώνες και θυσίες, η εργατική τάξη κατάφερε να οραματιστεί και να αποσπάσει σημαντικά πολιτικά, κοινωνικά και υλικά δικαιώματα και κατακτήσεις, να πετύχει ιστορικές νίκες, να πειραματιστεί με μορφές συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης, αλλά και κοινωνικά συστήματα, και εν τέλει, να φαίνεται πως όλη αυτή η ιστορική της διαδρομή τείνει σήμερα να κινείται και πάλι προς τα πίσω. Από τη γαλλική επανάσταση, τις επαναστάσεις του 1830 και 1848, την πρώτη και τη δεύτερη διεθνή, τα εργατικά συνδικάτα του 19ου και του 20ου αιώνα, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τις επαναστάσεις κατά τη διάρκεια και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την πάλη ενάντια στο φασισμό, την ισπανική επανάσταση, το πείραμα του “υπαρκτού σοσιαλισμού” και τον αντιαποικιακό αγώνα, στη σημερινή συνθήκη της σταδιακής επικράτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της επανόδου του φασισμού. Ήταν άραγε όλη αυτή η πορεία, αυτής της περιόδου, για το παγκόσμιο προλεταριάτο, ένα “σύντομο διάλειμμα” στο ιστορικό συνεχές της βαρβαρότητας, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, στο χρονικό της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών ; Ήταν άλλο ένα, πιο διευρυμένο, ιστορικό διάστημα κοινωνικών κατακτήσεων και υπαναχωρήσεων για τους υποτελείς ; Ή μήπως απλώς μία πρώτη φάση της αυγής μιας νέας εποχής ιστορικών επεξεργασιών, πειραματισμών και κατακτήσεων, με καταλύτη τη βιομηχανική επανάσταση και το βιομηχανικό καπιταλισμό, για το κοινωνικό σώμα που αποτελεί διαχρονικά τον πυρήνα όλης της προόδου, εξέλιξης και κατακτήσεων των ανθρώπινων κοινωνιών ; Το σώμα δηλαδή εκείνο που σηκώνει διαχρονικά το βάρος της οικοδόμησης των ίδιων των κοινωνιών και αποτελεί τον εκμεταλλευόμενο που παλεύει διαρκώς να γευτεί τους ίδιους τους καρπούς των κόπων του.
Κρίση, ανάπτυξη, και πάλι κρίση. Το ιστορικό πλαίσιο του δυτικού καπιταλισμού στον 20ο αιώνα και η κατάληξη στην σημερινή κρισιακή κατάσταση.
Πριν από ακριβώς 80 χρόνια ολόκληρος ο πλανήτης βγήκε από έναν καταστροφικό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, υλικό και ρευστό κεφάλαιο. Εκατομμύρια νεκροί και τραυματίες, κατεστραμμένες υποδομές, διαλυμένη παραγωγική βάση και κοινωνικοί ιστοί, για ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και μεγάλα τμήματα της Ασίας, έδωσαν, μέσα από ένα ειρωνικό παράδοξο του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, την ώθηση ώστε να οικοδομηθεί ένα μεταπολεμικό οικονομικό “θαύμα”, για ένα μεγάλο τμήμα της τότε παγκόσμιας οικονομίας, τις δεκαετίες που ακολούθησαν.
Ο λόγος που το νήμα πιάνεται από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν έχει να κάνει μόνο με την κλίμακα στην οποία διεξήχθη ο πόλεμος αυτός καθαυτός. Η περίοδος του μεσοπολέμου, η περίοδος δηλαδή που προηγήθηκε του βππ και ακολούθησε τον αππ, είναι μια περίοδος που συχνά υποτιμάται ως προς τη σημασία και τον αντίκτυπο που είχε, σε σχέση με το παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Με την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης του 1929, η πλειοψηφία των τότε ώριμων καπιταλιστικών οικονομιών εισήλθε σε μία φάση παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας, χαρακτηριζόμενη από εμπορικούς πολέμους μέσω δασμών, νομισματικούς πολέμους, όξυνση της ταξικής πάλης και κρίση τόσο των κοινωνικών, όσο και των πολιτικών υποκειμένων συνολικά. Αν και μια πληθώρα αστικών κυβερνήσεων, σοσιαλδημοκρατικών, φιλελεύθερων, συντηρητικών, και φασιστικών, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, επιχείρησε με διάφορους τρόπους να διαχειριστεί και να ξεπεράσει την κρίση και τις συνέπειες της, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘30, καμιά τους δεν κατάφερε να δώσει την απάντηση εκείνη, που θα αποτελούσε το εφαλτήριο μιας νέας φάσης ανάπτυξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Δυστυχώς, η απάντηση που “κατάφερε”, εν τέλει, να δώσει το σύστημα στην κρίση που βίωνε ήταν ο πόλεμος. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν εκείνος που, κατά τραγικό τρόπο, και παρά τις “φιλότιμες” προσπάθειες του περιβόητου New Deal, έδωσε την ευκαιρία πρώτα στην αμερικανική οικονομία και βιομηχανία όχι απλώς να ανακάμψουν, αλλά κυριολεκτικά να σημειώσουν εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μετά το τέλος του πολέμου, η καταστροφή που είχε προκληθεί από αυτόν στην ευρωπαϊκή οικονομία, με την καθοριστική συνδρομή του πλεονάζοντος αμερικανικού κεφαλαίου και της εξαγωγικής δυνατότητας της ανοικοδομημένης αμερικανικής βιομηχανίας, άνοιξαν το δρόμο για ευρείας κλίμακας επενδύσεις και την ανοικοδόμηση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης. Επί της ουσίας, δηλαδή, η τεράστια καταστροφή κεφαλαίου που προηγήθηκε, εξαιτίας του πολέμου, αλλά και ο τότε παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας, έθεσαν τις βάσεις για την εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε σχεδόν ολόκληρος ο δυτικός κόσμος, κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Η εικόνα από εκεί και πέρα είναι λίγο-πολύ γνωστή. Υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αυξήσεις κερδών για την αστική τάξη, αλλά ταυτόχρονα αυξήσεις εισοδημάτων και για την ίδια την εργατική τάξη, χωρίς φυσικά να μπορούμε να παραβλέψουμε και την καθοριστική συνεισφορά σε αυτήν την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων στις ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες, τόσο των μαζικών εργατικών συνδικάτων του 20ου αιώνα, όσο και του φοβήτρου του κομμουνιστικού κινδύνου εξ ανατολάς.
Η εκρηκτική αυτή πορεία ανάπτυξης και ευημερίας, όμως, όπως είναι αναμενόμενο, δεν έμελλε να διαρκέσει για πάντα. Τα πρώτα σύννεφα άρχισαν ήδη να φαίνονται από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70, με την πετρελαϊκή κρίση του 1973, την απώλεια των εμπορικών πλεονασμάτων από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και την κατάρρευση του νομισματικού συστήματος του Bretton Woods, ήδη από το 1971. Η οικονομική, εκπεφρασμένη αρχικά ως χρηματοπιστωτική, κρίση του 2008 ήταν αυτή που διέλυσε οριστικά το όνειρο μιας εύρωστης και κραταιάς ώριμης καπιταλιστικής οικονομίας, που μπορεί να παράγει οικονομική μεγέθυνση στο διηνεκές, και ταυτόχρονα, να χαρίζει απλόχερα τους καρπούς της ανάπτυξης της τόσο στο κεφάλαιο, όσο και στην εργατική τάξη.
Οι μηχανισμοί που παρήγαγαν οικονομική μεγέθυνση υψηλών ρυθμών κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, για τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, φαίνεται πως έχουν πλέον στομώσει. Η εργατική τάξη των ώριμων καπιταλιστικών οικονομιών βλέπει πλέον τα πραγματικά της εισοδήματα διαρκώς να συρρικνώνονται, ενώ το κεφάλαιο επιδιώκει διαρκώς να δημιουργήσει νέα πεδία απόσπασης κέρδους εις βάρος της εργατικής τάξης, μπας και καταφέρει να διατηρήσει και να αυξήσει, εν τω συνόλω, τα ποσοστά κερδοφορίας και τη δεσπόζουσα θέση του, στον παγκόσμιο καταμερισμό κεφαλαίου, παλεύοντας, παράλληλα, να ξαναβάλει μπροστά τη μηχανή της επένδυσης και της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, με πιο δυναμικό τρόπο, με όρους κοινωνικοπολιτικής σταθερότητας. Το “όνειρο” όμως έχει πλέον τελειώσει.
Τα δομικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος και τα όρια της αριστερής κυβερνητικής διαχείρισης εντός αυτού.
Ο καπιταλισμός, εξαιτίας της φύσης και των δομικών αντιφάσεων και αδυναμιών του, πάντα αδυνατεί και θα αδυνατεί να ξεπεράσει τον ίδιο το στρεβλό εαυτό του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αναπαράγεται. Πάντα θα παράγει, καθ όπως φαίνεται, κρίσεις, “κυνηγώντας την ουρά του”, μέσω της διαρκούς επιδίωξης του για συσσώρευση κεφαλαίου και συμπίεση του κόστους εργασίας, πάντα θα δημιουργεί επενδυτικές φούσκες που σκάνε, πάντα θα αναγκάζεται να καταστρέψει το ίδιο το σταθερό κεφάλαιο που έχει δημιουργήσει, προσπαθώντας να επανεκκινήσει ξανά και ξανά τη μηχανή της οικονομικής ανάπτυξης.
Το τραγικό στην όλη αυτή ιστορία είναι ότι το κόστος αυτής της διαδικασίας το πληρώνουμε πάντα εμείς τα ίδια. Εμείς που παράγουμε με την εργασία μας, εμείς που οικοδομούμε αυτήν την κοινωνία με τα χέρια και το μυαλό μας. Εμείς που θεωρούμαστε αναλώσιμοι στη μηχανή του κέρδους, που σε περιόδους ανάπτυξης παλεύουμε για να απολαύσουμε τους καρπούς των κόπων μας και σε περιόδους ύφεσης πετιόμαστε στο περιθώριο, σαν αναλώσιμοι, μέχρις ότου μας ξαναχρειαστεί η μηχανή του κέρδους. Και αυτός ο κύκλος φαίνεται να μην σταματάει ποτέ. Ένας διαρκής κύκλος ονομαστικής ανάπτυξης, εκμετάλλευσης και κρίσεων, ένας κύκλος ιδρώτα, αίματος και δυστυχίας για τα κέρδη των λίγων, στον οποίο είμαστε αναγκασμένοι να “τρέχουμε”, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή είτε θα σταματήσει να μας συνθλίβει συλλογικά, είτε θα καταφέρουμε να ξεφύγουμε από αυτόν ατομικά.
Ποια η θέση και τα καθήκοντα, όμως, της Αριστεράς, απέναντι σε αυτήν την συνθήκη ;
Απο την κατάρρευση του μπλοκ του συμφώνου της Βαρσοβίας, αν όχι νωρίτερα, η πολιτική αριστερά έχει εισέλθει σε μια βαθιά στρατηγική κρίση. Μια κρίση που σχετίζεται τόσο με την ταυτότητα πολιτικών ρευμάτων και κομμάτων, τους τρόπους και τα μέσα παρέμβασης εντός καπιταλιστικών κοινωνιών σε ένα μεταψυχροπολεμικό κόσμο, καθώς και, κρισιμότερα, τον ίδιο τον στρατηγικό τους προσανατολισμό και τον ρόλο που καλούνται αυτά τα πολιτικά υποκείμενα να επιτελέσουν εντός των κοινωνιών τους σε βάθος χρόνου. Ταυτοχρόνως, η πολιτική αριστερά σήμερα καλείται όχι απλώς να επαναπροσδιορίσει η ίδια την πολιτική της ταυτότητα, αλλά παράλληλα και να καταφέρει να δώσει μία πειστική απάντηση απέναντι στο κύμα νεοφιλελεύθερων πολιτικών που σαρώνει τόσο τις ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες σήμερα, όσο και τις αναπτυσσόμενες.
Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε συχνά την ανάδυση περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικών εγχειρημάτων, τα οποία καταφέρνουν να πάρουν στα χέρια τους τις τύχες της διακυβέρνησης των χωρών τους, στηριζόμενα σε πλατιές κοινωνικές συμμαχίες των υποτελών και προγράμματα που στοχεύουν στην ανάσχεση του νεοφιλελευθερισμού, γενναίες κρατικές και κοινωνικές παρεμβάσεις σε επίπεδο δικαιωμάτων, καθώς και αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου.
Δυστυχώς, όμως, για την συντριπτική πλειοψηφία αυτών των εγχειρημάτων, ακολουθεί ένα αρκετά επαναλαμβανόμενο μοτίβο, το οποίο, εν πολλοίς, συνοψίζεται στα εξής.
1.Αντίσταση από πλευράς κοινωνίας απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβάλουν κράτος και κεφάλαιο, μέσω της ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων.
2.”Πολιτική κεφαλαιοποίηση” από πλευράς αριστερών πολιτικών σχηματισμών, κομμάτων, προσωπικοτήτων, εκλογικών μηχανισμών κοκ., με σκοπό την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, επί υποσχέσεων και προγραμμάτων για ανάσχεση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου και επιστροφή, ως επί το πλείστον, σε μία πρότερη καλύτερη κατάσταση.
3. Εφόσον κατακτηθεί η κυβερνητική εξουσία, η νέα κυβέρνηση, στην προσπάθεια εφαρμογής του αναδιανεμητικού προγράμματος της συναντάει τα όρια της. Όρια τα οποία σχετίζονται είτε με τον αντιδραστικό αστικό κρατικό μηχανισμό, δημοσιονομικούς περιορισμούς, εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις υπό τη μορφή απόσυρσης κεφαλαίων, τεχνητές ελλείψεις αγαθών, οικονομικές κυρώσεις, αλλά φυσικά και τα ίδια τα όρια που της θέτει το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο εκ φύσεως του. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση αναγκάζεται να προχωρήσει σε συμβιβασμό με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, που έχουν τα κλειδιά της οικονομίας και του κράτους στα χέρια τους. Ένα συμβιβασμό που απαιτεί μεταφορά του κέντρου λήψης αποφάσεων του πολιτικού υποκειμένου, από το σώμα και τα όργανα του, στους θώκους άσκησης κυβερνητικής εξουσίας, εξωθώντας τη σε σταδιακή συνθηκολογηση και στη συνέχεια, λόγω του στρατηγικού και τακτικού εγκλωβισμού της, σε ενσωματωση.
4. Το σώμα του πολιτικού υποκειμένου σε αυτό το σημείο έχει δύο επιλογές, είτε να ακολουθήσει την ηγεσία στην ενσωμάτωση, είτε να διαρρήξει τις σχέσεις του μαζί της. Παράλληλα, οι κοινωνικές δυνάμεις που έως τώρα στήριζαν το πολιτικό υποκείμενο, αρχίζουν σταδιακά να αποκόπτονται οργανικά από αυτό, με αποτέλεσμα το υποκείμενο να χάνει τα λαϊκά του ερείσματα και να εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο σε μία σχέση εξάρτησης με τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, προκειμένου να διατηρηθεί στην κυβερνητική εξουσία, μεταλλασσόμενο σταδιακά πλήρως.
Ουσιαστικά δηλαδή, τόσο η πολιτική αριστερά, όσο και η ίδια η εργατική τάξη που συντάσσεται μαζί της, ή τα συμφέροντα της που εκφράζονται από την αριστερά, βρίσκονται εγκλωβισμένα σε μια διελκυστίνδα διεκδίκησης συμφερόντων, όπου ο αντίπαλος έχει πάντα τους κανόνες του παιχνιδιού με το μέρος του.
Ακόμη και εγχειρήματα που φαίνεται για κάποια περίοδο πως καταφέρνουν να πετύχουν αξιοσημείωτες πολιτικές και υλικές νίκες, προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, τείνουν αργά ή γρήγορα να συναντούν τα όρια τους. Όρια που δεν οφείλονται τόσο σε κάποια έλλειψη ηθικού εκτοπίσματος από πλευράς ηγεσίας πολιτικού υποκειμένου, αλλά στο ήδη στημένο παιχνίδι στο οποίο καλούνται να παίξουν. Τα παραδείγματα πολλά, από κυβερνήσεις της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας, που επιχειρούν να αναδιανείμουν τον παραγόμενο πλούτο και να επέμβουν σημαντικά στην οικονομία, επιχειρώντας να την ρυθμίσουν και να αμβλύνουν τις ανισότητες εντός αυτής, μέχρι κυβερνήσεις της αριστεράς, με πλατιά και ριζοσπαστικά λαϊκά ερείσματα, των οποίων τα πολιτικά σχέδια εγκλωβίζονται στα γρανάζια των μηχανισμών του αστικού κράτους και του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος, καταλήγοντας, εν τέλει, είτε να ενσωματωθούν, είτε να εξωστρακιστούν από την εξουσία.
Ακόμη και εκείνες οι κυβερνήσεις που καταφέρνουν να οικοδομήσουν ένα μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης με ένα “πιο ανθρώπινο πρόσωπο”, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης της χώρας τους, αργά ή γρήγορα έχουν την ίδια κατάληξη.
Αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως αυτές της Λατινικής Αμερικής και του ευρύτερου λεγόμενου “παγκόσμιου νότου”, καταφέρνουν συχνά, μέσω ενός μίγματος ισχυρής κρατικής παρέμβασης, δημοσίων επενδύσεων, ειδικά σε υποδομές, και αξιοποίησης των παραγωγικών τους συντελεστών, που βρίσκονται σε υποεκμετάλλευση, να τονώσουν την εγχώρια ζήτηση και τις επενδύσεις, να αναπτύξουν τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τους τομέα, προσελκύοντας παράλληλα ξένες άμεσες επενδύσεις και εκμεταλλευόμενες και το χαμηλό εργατικό τους κόστος, και να πετύχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με τη βοήθεια λοιπόν της αύξησης του εθνικού τους εισοδήματος και πολιτικών αναδιανομής αυτού του εισοδήματος, καταφέρνουν να βγάλουν εκατομμύρια ανθρώπων από τη φτώχεια και το κοινωνικό περιθώριο και να πετύχουν σημαντικές υλικές νίκες από άποψη βιοτικού επιπέδου για μεγάλα τμήματα των κοινωνιών τους.
Όλα φαίνεται λοιπόν να βαίνουν καλώς, μέχρι τη στιγμή που θα τους χτυπήσουν την πόρτα οι αντιφάσεις του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Πλατιά τμήματα της εργατικής τάξης, που καταφέρνουν να βγουν από συνθήκες φτώχειας και να ανέλθουν οικονομικά και κοινωνικά, αποκτούν στη συνέχεια προσδοκίες περαιτέρω βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου και απόσπασης ακόμη περισσότερου πλούτου, όπως είναι λογικό, επιδιώκοντας να ξεφύγουν από τη συνθήκη της παραγωγής πλούτου για τις ίδιες μέσω της εργασίας τους. Επιδιώκουν δηλαδή να μετατρέψουν τη νεοαποκτηθείσα ατομική τους ιδιοκτησία σε κεφάλαιο, από το οποίο στη συνέχεια θα αποσπάσουν υπεραξία, εκμεταλλευόμενα άλλα κοινωνικά στρώματα, τα οποία “έχουν μείνει πίσω” στον καταμερισμό εργασίας, ώστε να αυξήσουν ακόμη περισσότερο το εισόδημα τους. Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο, αυτά τα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα, αρχίζουν σταδιακά να αναπτύσσουν συντηρητικά και μικροαστικά αντανακλαστικά, αφού πλέον αποτελούν κομμάτι των κερδισμένων αυτής της νέας οικονομικής συνθήκης, και θέλουν να την συντηρήσουν. Τη στιγμή λοιπόν που το εγγενές χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, οι επενδυτικές φούσκες και οι καπιταλιστικές κρίσεις, νομοτελειακά χτυπάει την πόρτα των οικονομιών τους, ο μηχανισμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης στομώνει, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης πέφτουν, και οι οικονομίες αυτές περνούν από φάση ανάπτυξης σε φάση ύφεσης, τα στρώματα αυτά, λόγω και των πολιτικοιδεολογικών αντανακλαστικών που έχουν αναπτύξει, βλέποντας εν τω μέσω της ύφεσης τις προοπτικές τους να ψαλιδίζονται, εγκαταλείπουν τα πολιτικά υποκείμενα της αριστεράς, τα οποία πλέον αδυνατούν να συνεχίσουν να τους προσφέρουν την ανέλιξη που μέχρι τότε προσέφεραν, και συντάσσονται με το σχέδιο των κυρίαρχων. Των κυρίαρχων, που παρά τις αμβλυμένες ανισότητες, έχουν παραμείνει στη δεσπόζουσα θέση τους, εντός οικονομίας και κράτους, και περιμένουν υπομονετικά τη στιγμή της αντεπίθεσης τους. Μαζί με αυτά τα νεοανελθέντα κοινωνικά στρώματα, φυσικά, εγκαταλείπουν πολύ συχνά, πολιτικά, την αριστερά και τα πιο πλατιά λαϊκά στρώματα της εργατικής τάξης, τα οποία, αν και έχουν βιώσει σημαντική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου τα προηγούμενα χρόνια, βρίσκονται πλέον σε θέση να πλήττονται βαθιά από μία νέα οικονομική ύφεση ή κρίση.
—
Στα καθ ημάς, το παράδειγμα ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό. Άλλο ένα πολιτικό εγχείρημα που επεδίωξε να κατακτήσει την εξουσία σε μια περίοδο ραγδαίας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, και επίθεσης του κεφαλαίου στα συλλογικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, υποσχόμενο ουσιαστικά να μας επαναφέρει στην προϋπάρχουσα κατάσταση. Άλλο ένα εγχείρημα αριστερής διακυβέρνησης, που φιλοδοξεί, καλοπροαίρετα επί της αρχής, να ανακόψει την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού πάνω στα συλλογικά κοινωνικά δικαιώματα και να επαναφέρει την οικονομία σε φάση “δίκαιης” ανάπτυξης και ευημερίας, τόσο για το κεφάλαιο, όσο και για την εργατική τάξη, όπως αυτή που έζησε η ελληνική κοινωνία οριακά μέχρι και τη δεκαετία του 2000.
“Και που βρίσκεται το πρόβλημα σε μια τέτοια επιδίωξη ;”, θα αναρωτηθεί εύλογα κάποιος. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει τέτοιο σημείο ισορροπίας, ούτε για τον ελληνικό καπιταλισμό, ειδικά εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δη ευρωζώνης, αλλά και γενικότερα για κανέναν καπιταλισμό. Δεν έχει υπάρξει και δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ καπιταλισμός χωρίς κρίσεις, καπιταλισμός που αναπτύσσεται αδιάλειπτα και μοιράζει τους καρπούς της ανάπτυξης τόσο στο κεφάλαιο, όσο και στην ίδια την εργατική τάξη. Δεν υπάρχει και δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει αστική τάξη που θα συμμορφωθεί με τα νομοθετήματα μιας αριστερής κυβέρνησης, που θα παραχωρήσει αναίμακτα τα κέρδη της στην εργατική τάξη, που θα παραχωρήσει αναίμακτα τα κλειδιά της οικονομίας και του κράτους σε όποιον έρχεται να της τα πάρει.
Εκεί ακριβώς έγκειται και το πρόβλημα με κάθε αριστερό πολιτικό υποκείμενο που επιδιώκει να κατακτήσει την εξουσία για να ανακόψει απλώς τον νεοφιλελευθερισμό και να μοιράσει την πίτα του παραγόμενου πλούτου πιο δίκαια. Χωρίς πραγματιστική και γειωμένη ανάγνωση της ίδιας της φύσης του κυρίαρχου παραγωγικού μοντέλου και του κυρίαρχου μοντέλου κρατικής διάρθρωσης και πολιτικής εξουσίας, επί του πεδίου, κάθε τέτοιο πολιτικό εγχείρημα είναι καταδικασμένο να εγκλωβιστεί στις αυταπάτες του και να αποτύχει. Αν δεν αναμετρηθούμε με τη ρίζα του κακού, δηλαδή τον ίδιο τον έλεγχο του κεφαλαίου πάνω στην παραγωγή, την επένδυση, τη ροή ρευστού κεφαλαίου, αλλά και τον έλεγχο του πάνω στο ίδιο το κράτος και τη διάρθρωση αυτού, ως μια αντιδημοκρατική δομή που εγγυάται πρωτίστως την ίδια την ιδιοκτησία και αναπαραγωγή του κεφαλαίου, είμαστε καταδικασμένοι να αποτυγχάνουμε. Χωρίς την ύπαρξη ενός στρατηγικού ορίζοντα, που να στηρίζεται σε έναν γειωμένο προγραμματικό άξονα και να συννενώνει τις επιμέρους διεκδικήσεις μας, είμαστε καταδικασμένα να εγκλωβιζόμαστε στην ίδια τη μερικότητα των διεκδικήσεων μας, καθώς και των ορίων που θα μας βάλουν κράτος και κεφάλαιο σε κάθε απόπειρα υλοποίησης αυτών των διεκδικήσεων μας. Είμαστε δηλαδή καταδικασμένοι να βρεθούμε ενώπιον του ερωτήματος “Και τώρα που πήραμε στα χέρια μας μια κάποια εξουσία, πώς την χειριζόμαστε, πώς την διαχειριζόμαστε, πώς την υπερβαίνουμε ;”
Το στρατηγικό πρόβλημα της ριζοσπαστικής αριστεράς σήμερα και η ανάγκη για υπέρβαση.
Αυτό είναι το πραγματικό επίδικο για την Αριστερά, αλλά και για την ίδια την κοινωνία συνολικά, σήμερα. Πώς θα καταφέρουμε να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο καπιταλιστικής ονομαστικής ανάπτυξης και υφέσεων, που κάθε φορά που ολοκληρώνεται, μας φέρνει σε όλο και δεινότερη θέση, χωρίς ποτέ να σταματά να επαναλαμβάνεται. Πώς θα καταφέρουμε να σπάσουμε το σχοινί που μας κρατάει δεμένα σε αυτήν τη διελκυστίνδα κατάκτησης και παραχώρησης δικαιωμάτων, παίρνοντας παράλληλα στα χέρια μας όλα όσα εμείς τα ίδια έχουμε χτίσει με τον κόπο, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα μας. Πώς θα καταφέρουμε να αποτυπώσουμε τις σύγχρονες ανάγκες μας με τρόπο ξεκάθαρο, ριζοσπαστικό, προγραμματικό και ρεαλιστικό, αλλά και ορίζοντα αντικαπιταλιστικό, ώστε να βγούμε από τα αδιέξοδα που μας έχει εγκλωβίσει το κυρίαρχο σύστημα σήμερα. Πώς θα καταφέρουμε τα παραπάνω να τα μετουσιώσουμε σε θέσεις, προτάσεις, διεκδικήσεις και υλικές νίκες στο σήμερα, που παράγουν συλλογικά βιώματα και παραστάσεις νίκης, ανοίγοντας το δρόμο σε ακόμη πιο ελπιδοφόρους ορίζοντες εκπλήρωσης των σύγχρονων αναγκών μας, για μια αξιοπρεπή και ελεύθερη ζωή.
Πρόκειται για ένα επίδικο που απαιτεί μια προσπάθεια ολικής υπέρβασης. Υπέρβασης πρωτίστως για την ίδια την Αριστερά, αν θελήσει ποτέ να σταθεί στο ύψος των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης. Η Αριστερά σήμερα οφείλει να υπερβεί τον ίδιο της τον εαυτό. Να απεγκλωβιστεί από την λογική του “πάμε να βαδίσουμε για άλλη μια φορά στους ήδη γνωστούς δρόμους, μπας και μας βγει αυτή τη φορά η ζαριά”. Να πάψει να σύρεται από την στρατηγική του αντιπάλου, από τη λεγόμενη “συγκυρία”, δηλαδή τα γεγονότα που δημιουργεί ο ίδιος ο αντίπαλος, καθώς ξεδιπλώνει και υλοποιεί το σχέδιο του. Να πάψει να άγεται και φέρεται από τα καιροσκοπικά και ιδεολογικά κατασκευασμένα ψευτοδιλήμματα που δημιουργεί κάθε φορά η ίδια η αστική τάξη και οι ιδεολογικοί της μηχανισμοί, στα πλαίσια του μικροπολιτικού παιχνιδιού της αστικής εξουσίας. Να πάψει να διεκδικεί κούφιες, που συχνά καταλήγουν καιροσκοπικες, εκπροσωπήσεις εντός του αστικού συστήματος εξουσίας, τις οποίες αδυνατεί να εκμεταλλευτεί πολιτικά και στρατηγικά προς όφελος της κοινωνίας, καταλήγοντας, εν τέλει, και αυτή να ταυτίζεται με τον υπόλοιπο θίασο της αστικής πολιτικής εξουσίας. Να πάψει να επιδιώκει να συνθέτει πρόχειρες πολιτικές προτάσεις κοπτοραπτικής θέσεων, που μοιάζουν να στερούνται οποιασδήποτε ολιστικής σκέψης και στρατηγικής, και επιδιώκουν απλώς να δείξουν σε ένα κάποιο εκλογικό κοινό ότι ο βασιλιάς δεν είναι γυμνός.
Παράλληλα, και ιδιαίτερα δε για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής αριστεράς, από το 2010 μέχρι και σήμερα, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα ανάλυσης της υπάρχουσας συγκυρίας, υπό το πρίσμα της κρίσης του 2008-2009 και της έκφανσης της για την ελληνική οικονομία από το 2010 και έπειτα. Φαίνεται, τόσο από την τότε στάση σημαντικών τμημάτων της, που ανέλαβαν και να σηκώσουν το βάρος της ανάσχεσης της μνημονιακής επίθεσης και της διεκδίκησης μιας “αντιμνημονιακής κυβέρνησης”, όσο και από το πώς διαμορφώθηκε η στάση τους μετά την ήττα του 2015, και διαμορφώνεται μέχρι και σήμερα, ότι υπάρχει μία ριζική και στρατηγική αδυναμία κατανόησης της ίδιας της φύσης και του στρατηγικού χαρακτήρα των μνημονίων. Πρόκειται για πολιτικούς χώρους που φαίνεται πως επιδιώκουν, συνειδητά ή μη, να παίξουν ξανά το χαρτί ενός “ΣΥΡΙΖΑ Νο2”, ενός δηλαδή θολού μετώπου, με θολά χαρακτηριστικά, θολές εκπροσωπήσεις, θολή πολιτική ταυτότητα, συγκρότηση και διαχωριστικές, από τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι τη ριζοσπαστική αριστερά, για την “ανάσχεση του νεοφιλελευθερισμού” και την “πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη”, σαν καρικατούρα του “αντιμνημονιακού μετώπου” της περιόδου 2010-2015. Τι ήταν όμως τα μνημόνια και τι αδυνατούν να αντιληφθούν αυτοί οι πολιτικοί χώροι, οδηγώντας τους συχνά στο να καταφεύγουν σε πολιτικά σχέδια που φαίνεται να εμφορούνται περισσότερο από μια πνοή πανικού και απελπισίας, παρά έμπνευσης για νίκες στο σήμερα. Πολιτικά σχέδια που μοιάζουν περισσότερο με λίθους, πλίνθους και κεράμους, ατάκτως ειρημένα, παρά με αξιόπιστα πολιτικά προγράμματα, και τις εκάστοτε διαχωριστικές τους πολιτικές γραμμές να μοιάζουν περισσότερο με γραμμές στην άμμο που τις σβήνει το κύμα της εκάστοτε συγκυρίας ;
Τα μνημόνια δεν ήταν απλώς δανειακές συμβάσεις. Η κρίση χρέους και δημοσιονομικού ελλείμματος που ξέσπασε για την ελληνική οικονομία το 2009, συνδυαστικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση που συμπαρέσυρε την ελληνική οικονομία, προκαλώντας, μαζί με τα ίδια τα μνημόνια, μια ελληνική οικονομική κρίση, δεν ήταν άλλο παρά μια έκφανση των ορίων του μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού για τα μέχρι τότε δεδομένα. Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για άλλη μία καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, προσαρμοσμένη στα ελληνικά δεδομένα. Οι μοχλοί που χρησιμοποίησε η ελληνική αστική τάξη μέχρι και το 2009 για να παράγει οικονομική μεγέθυνση, δηλαδή το ευρώ και κατά κύριο λόγο το χρέος, έφτασαν σε σημείο κορεσμού και έπαψαν να είναι βιώσιμοι και να μπορούν να παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μπορεί το ελληνικό παράδειγμα να παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες του, αλλά το μοντέλο είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστό και κλασικό. Τα μνημόνια, από εκεί και πέρα, δεν ήρθαν ούτε για να επανακαταστήσουν απλώς την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους βιώσιμη, ούτε σαν κάποια συνομωσία που εξυφαινόταν από καιρό και που βρήκε αφορμή την κρίση χρέους για να “υποδουλώσει” συγκεκριμένα τον ελληνικό λαό. Ήταν η διαχειριστική απάντηση από πλευράς ελληνικής αστικής τάξης στο πώς μπορεί να διατηρηθεί και να “ξανανθίσει”, με πιο ευνοϊκούς όρους για το κεφάλαιο, ο μηχανισμός απόσπασης κέρδους και συσσώρευσης κεφαλαίου. Από την άλλη, για την ευρωπαϊκή αστική τάξη, ήταν ο μηχανισμός που έδινε το σκληρό παράδειγμα σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια ότι όταν ξεσπάσει μία οικονομική κρίση εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως υπερεθνικός κρατικός μηχανισμός που υπάρχει ώστε να εγγυάται πρωτίστως τα κέρδη του κεφαλαίου εντός αυτής, θα απαντήσει αποφασιστικά και με αταλάντευτη ταξική προσήλωση στο δίλημμα “ποιος θα θυσιαστεί”, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ο μηχανισμός συσσώρευσης κεφαλαίου εντός επικράτειας της.
Γιατί οι συνθήκες μπορεί να είναι ιδιαίτερες σε κάθε περίπτωση, αλλά οι μηχανισμοί που τις διαμορφώνουν παραμένουν επί της αρχής οι ίδιοι. Η ίδια η φύση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στην παραγωγή, η τάση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου στα χέρια της αστικής τάξης, η υποτίμηση της εργασίας και της ζήτησης εντός της οικονομίας, ως μέσο μεγιστοποίησης του κέρδους και της ταχύτητας συσσώρευσης κεφαλαίου, οι επενδυτικές φούσκες, οι καπιταλιστικές κρίσεις, και εν τέλει, η μερική καταστροφή κεφαλαίου, ώστε ο όλος μηχανισμός να κάνει ένα μικρό “reboot”, με το ελάχιστο δυνατό κόστος για την αστική τάξη και με θυσιαζόμενο, πάντα, την εργατική τάξη.
Χωρίς την εγγενή φύση του όλου αυτού μηχανισμού και των αντιφάσεων και ορίων του, καμία αστική τάξη δε θα έμπαινε στη διαδικασία να θυσιάσει την κοινωνικοπολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό των εθνών-κρατών της και το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό που την εξυπηρετεί. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι άλλοτε κραταιοί σοσιαλδημοκράτες και χριστιανοδημοκράτες πανευρωπαϊκά ανέλαβαν να έρθουν σε σύγκρουση με τις εργατικές τους τάξεις τόσο εμφατικά και να επιβάλουν τόσο σκληρά μέτρα λιτότητας, διαφορετικής έντασης κατά περίπτωση, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτός είναι επίσης και ο λόγος που κάθε αριστερό πολιτικό υποκείμενο που επιδιώκει να αναλάβει τις τύχες της χώρας του και να την επαναφέρει σε μια πρότερη συνθήκη βιοτικού επιπέδου, χωρίς να είναι προετοιμασμένο να υπερβεί τη θεμελιώδη συνθήκη λειτουργίας της οικονομίας και του κράτους, είναι καταδικασμένο να αποτύχει παταγωδώς.
—
Για να μπορέσει η σύγχρονη Αριστερά να γίνει κοινωνικά χρήσιμη και να αποκτήσει οποιαδήποτε προοπτικής νίκης, όχι για την ίδια, αλλά για την εργατική τάξη στο σήμερα, πρέπει πρωτίστως να πάρει την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης στα σοβαρά. Να μάθει περισσότερο να ακούει, παρά να μιλάει. Να ακούσει την εργατική τάξη και τις ανάγκες της. Να διαβάσει καθαρά την ίδια τη φύση του εκμεταλλευτικού συστήματος στο οποίο ζούμε, στον πυρήνα της διάρθρωσης του, ώστε να καταφέρει να παράξει ένα σχέδιο ουσιαστικής ανατροπής του, και όχι απλώς διαχείρισης του. Και οι δύο βασικοί πυλώνες στους οποίους στηρίζεται αυτό το εκμεταλλευτικό σύστημα εξουσίας που ζούμε σήμερα δεν είναι άλλοι από το κράτος και τις σχέσεις ιδιοκτησίας στην παραγωγή. Τα όπλα τα οποία οφείλουμε να σφυρηλατήσουμε, προκειμένου να διεμβολίσουμε και να υπερβούμε την υπάρχουσα συνθήκη κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στη ζωή μας είναι το πολιτικό υποκείμενο, ή αλλιώς το κόμμα, και το πρόγραμμα του.
Και τα δύο αυτά ζητήματα είναι ιδιαίτερα κρίσιμα, καθώς αποτελούν αναγκαίες συνθήκες οποιασδήποτε προοπτικής νίκης στο σήμερα, από πλευράς της καταπιεζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Για το πολιτικό υποκείμενο.
Το ζήτημα του πολιτικού υποκειμένου είναι καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της ταξικής πάλης, τόσο σήμερα, όσο και διαχρονικά, καθώς συμπικνώνει πολλά και αλληλοσυνδεόμενα χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν καθοριστική σημασία στην υπόθεση της ταξικής πάλης και της κοινωνικής χειραφέτησης, σε κάθε επίπεδο. Είναι το συλλογικό “εργαστήρι” επεξεργασίας συλλογικών και ατομικών παραστάσεων και ερεθισμάτων από την καθημερινότητα της εργατικής τάξης, αλλά και παραγωγής αναλύσεων, θέσεων, προτάσεων, επεξεργασιών και δράσης, που καθιστούν την ταξική πάλη ζωντανή κίνηση μάχης και διεκδίκησης στο σήμερα, με μακρόπνοο ορίζονται και προοπτική νίκης συνολικά. Είναι το “σημείο” όπου συναντιούνται πολλαπλές ταυτότητες και μορφές καταπιέσεων, ώστε να νιώσουν ότι κατακτούν εντός αυτού έναν ασφαλή χώρο έκφρασης και σχεδιασμού, συλλογικής συγκρότησης, αντεπίθεσης και διεκδίκησης. Είναι ο χώρος όπου η ατομική δύναμη τ@ καθε@ μπορεί να συναντηθεί, αθροιστεί και πολλαπλασιαστεί προωθητικά για το καθένα μας και για όλα μαζί συλλογικά. Ή τουλάχιστον, έτσι πρέπει επιγραμματικά και συνοπτικά, επί της αρχής, να λειτουργεί ένα σύγχρονο αριστερό ριζοσπαστικό και φροντιστικό πολιτικό υποκείμενο σήμερα.
Μόνο ένα τέτοιο, δημοκρατικό, φροντιστικό και συμπεριληπτικό, πολιτικό υποκείμενο των μελών μπορεί να αποτελέσει το “σπίτι”, αλλά και το “όπλο” της εργατικής τάξης σήμερα, ώστε αυτή να αντιταχθεί στην επίθεση που της έχει εξαπολύσει το κεφάλαιο συνολικά. Εκτός αυτού όμως, το να αποτελεί το πολιτικό υποκείμενο ουσιαστικά κτήμα των μελών του, τόσο οργανωτικά, όσο και πολιτικά, είναι αναγκαία συνθήκη προκειμένου αυτό να καταφέρει να παράξει και τις συλλογικές επεξεργασίες, προτάσεις και πολιτικά σχέδια για την κοινωνία που θέλουμε εμείς να οικοδομήσουμε, στη βάση των αναγκών μας. Μόνο ένα τέτοιο πολιτικό υποκείμενο μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως τον πλούτο των αναπαραστάσεων, εμπειριών και γνώσεων που το αποτελούν, ώστε να μπορέσει να υπερβεί τον εαυτό του, αλλά και τα συνολικά στρατηγικά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η αριστερά και η κοινωνία μας σήμερα, ώστε να αναπτύξει και αποτυπώσει το όραμα για μια άλλη κοινωνία στο σήμερα.
Για να πετύχει όμως τα παραπάνω, το πολιτικό υποκείμενο έχει χρέος κι αυτό να υπερβεί μία σειρά προβλημάτων και αντιφάσεων, που αποτελούν, ως επί το πλείστον, κληρονομιά της καπιταλιστικής κοινωνίας και της αστικής πολιτικής ζωής, του τρόπου που αυτή διαρθρώνεται, ασκείται και γίνεται αντιληπτή από όλα μας. Αυτό κατά κύριο λόγο σημαίνει να αναμετρηθούμε καταρχήν με τη λογική της ανάθεσης, την αντίληψη ότι η πολιτική κατά κύριο λόγο ασκείται δια αντιπροσώπων και μέσω των μηχανισμών και πεδίων του αστικού κράτους, όταν πρόκειται να παράξει υλικά αποτελέσματα, και ότι αυτό από μόνο του αποτελεί ικανή συνθήκη για να παράξει υλικά αποτελέσματα και νίκες σήμερα. Προέκταση αυτής της αντίληψης φυσικά αποτελούν και τα πολιτικά σχέδια τα οποία θέτουν το κέντρο βάρος τους, και πολυ συχνα περιορίζονται ουσιαστικά σε αυτό, στην εκλογική παρέμβαση και τις πολιτικές συμμαχίες εντός αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Πολιτικά σχέδια τα οποία έχουν δείξει πάρα πολλές φορές τα όρια και την ανεπάρκεια τους.
Η υιοθέτηση ανάλογων πολιτικών σχεδίων ενέχει, δυστυχώς, και τον κίνδυνο, ο οποίος τις περισσότερες φορές γίνεται και πραγματικότητα, να μετασχηματίζεται σταδιακά και η ίδια η πολιτική ταυτότητα του υποκειμένου. Με την εκλογική εκπροσώπηση υπό τους όρους που προαναφέρθηκαν να γίνεται οδηγός της πολιτικής κατεύθυνσης του υποκειμένου, αυτό σταδιακά αρχίζει να παραγκωνίζει την απαραίτητη συστηματική πολιτική δουλειά, την κουβέντα και τις επεξεργασίες που έχει ανάγκη τόσο το ίδιο το υποκείμενο, όσο και τα μέλη του. Η πολιτική λογική αυτή αρχίζει σταδιακά να διαπερνά και να καθορίζει ολόκληρο το υποκείμενο, να μεταλλάσσει τις σχέσεις των μελών του με το υποκείμενο, τις σχέσεις της “ηγεσίας” του υποκειμένου με τη “βάση”, καθώς αυτή η σχέση αρχίζει σταδιακά όχι μόνο να διαμορφώνεται ουσιαστικά, αλλά και να παγιώνεται, και εν τέλει, να απονεκρώνει επί της ουσίας τις πολιτικές διαδικασίες που αποτελούν κύτταρο του υποκειμένου, και το τροφοδοτούν πολιτικά με ερεθίσματα από το κοινωνικό πεδίο.
Πλέον, το υποκείμενο εισέρχεται σε ένα νέο κύκλο πολιτικής ζωής, όπου η ίδια του η τακτική γίνεται και “στρατηγική”, και καθορίζει ολόκληρη την πολιτική του ζωή, καθημερινότητα και δράση, αποτελώντας πλέον το μέτρο της επιτυχίας του ως τέτοιο και τους όρους ύπαρξης του. Οι δομές, τα όργανα και τα μέλη του υποκείμενου αρχίζουν να γίνονται δέσμια της ίδιας της τακτικής αυτής, η οποία με τη σειρά της γίνεται όλο και περισσότερο δέσμια, ως έχει διαμορφωθεί, του αστικού εκλογικού και πολιτικού παιχνιδιού, καθιστώντας την πλειοψηφία του ανθρώπινου δυναμικού του υποκειμένου συχνά αδύναμη να ανταποκριθεί στην ίδια την πορεία του υποκειμένου, εντός του “παιχνιδιού” αυτού.
Εφόσον το υποκείμενο ολοκληρώσει αυτόν τον κύκλο διαρκούς εκλογικού αγώνα, είτε η κατάληξη αυτή αφορά μία κυβερνητική θητεία, είτε συμμετοχή – στήριξη σε μια αστική κυβέρνηση, που διαψεύδει τις προσδοκίες των κοινωνικών δυνάμεων που στήριξαν και πλαισίωσαν το υποκείμενο, αρχίζουν στη συνέχεια να αποκαλύπτονται οι πραγματικές και μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτού του πολιτικού εγχειρήματος, τόσο για τα μέλη, όσο και την κοινωνία στο σύνολο της.
Για τα μέλη, αυτό σημαίνει σε πρώτο βαθμό μαζική αποστράτευση και απογοήτευση. Είτε διότι το πολιτικό υποκείμενο έχει μεταλλαχθεί πλήρως σε κάτι το οποίο δεν περιλαμβάνει ουσιαστικά τα μέλη του και τις ανάγκες τους, ούτε με όρους ταξικών συμφερόντων, ούτε με όρους δημοκρατίας, συλλογικών επεξεργασιών και αποφάσεων, είτε διότι το υποκείμενο βρίσκεται, συνήθως παράλληλα με την πρώτη διαδικασία, σε φάση εκλογικής συρρίκνωσης. Με δεδομένο ότι το εκλογικό “σκορ” έχει αναχθεί από καιρό σε κριτήριο ύπαρξης του ίδιου του υποκειμένου, παραγκωνίζοντας ως επί το πλείστον την υπόλοιπη πολιτική κουβέντα και δουλειά, με το κριτήριο αυτό να καταγράφει αρνητικά αποτελέσματα, το ίδιο το υποκείμενο χάνει στα μάτια τόσο των μελών του, όσο και των κοινωνικών δυνάμεων που το πλαισιώνουν, σταδιακά τον λόγο ύπαρξης του. Με τα μέλη να έχουν από καιρό περιοριστεί ουσιαστικά σε υλοποιητές μιας πολιτικής πορείας στη διαμόρφωση της οποίας ουσιαστικά δε συμμετέχουν, και την οργανική σχέση υποκειμένου-μέλους να έχει αδυνατίσει ήδη, η αποστράτευση φαίνεται σαν η φυσική επιλογή ενός απογοητευμένου ανθρώπινου δυναμικού, που είδε το πολιτικό σχέδιο στο οποίο εναπόθεσε τις ελπίδες του να καταρρέει μπροστά στα μάτια του και τον κόπο που συνεισέφερε στην υπόθεση αυτή να ματαιώνεται.
Όσον αφορά την ίδια την κοινωνία, η προδιαγεγραμμένη αυτή πολιτική ήττα και διάψευση των προσδοκιών της έχει ακόμη πιο βαθιές και δραματικές συνέπειες, τόσο για την ίδια, όσο και την αριστερά στο σύνολο της, μακροπρόθεσμα. Στα μάτια της κοινωνίας παγιώνεται πλέον η αντίληψη πως “όλοι είναι ίδιοι” και πως δεν υπάρχει καμία προοπτική εναλλακτικού πολιτικού υποδείγματος, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της. Ο πολιτικός κυνισμός και το There Is No Alternative γίνονται παγιωμένη πολιτική κανονικότητα. Η οργανική, πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική και ψυχολογική σχέση της κοινωνίας με την αριστερά, ως χώρο στο σύνολο της, κλονίζεται βαθιά, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την κρίση εκπροσώπησης που έχει ήδη διαμορφώσει η καπιταλιστική οικονομία για το πολιτικό σύστημα στο σύνολο του, περιλαμβάνοντας πλέον και την αριστερά σε αυτό το κάδρο πολιτικής αναξιοπιστίας, στα μάτια της κοινωνίας. Πλέον, η ακροδεξιά φαίνεται στα μάτια σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας ως η πολιτική δύναμη που θέλει και μπορεί να αναδιατάξει το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σκηνικό, έστω και με θολούς όρους, ώστε η κοινωνία στο σύνολο της να βγει με κάποιο τρόπο από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει. Μία ακροδεξιά που, εκμεταλλευόμενη την κρίση εκπροσώπησης και νομιμοποίησης των πάλαι ποτέ κυρίαρχων παικτών του πολιτικού σκηνικού, αλλά και τις ελπίδες της κοινωνίας ότι η ανάθεση σε έναν πολιτικό ηγέτη – ηγετική πολιτική γραφειοκρατία, τις οποίες έχει καλλιεργήσει πλέον και ένα σημαντικό τμήμα της αριστεράς, μπορεί να δώσει μια συνολική απάντηση στα πολλαπλά προβλήματα από τα οποία μαστίζεται, αρχίζει σταδιακά να “καλπάζει” εκλογικά και πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο, η ακροδεξιά γίνεται κεντρικός πλέον παίκτης του πολιτικού σκηνικού πατώντας και στα ιδεολογικά οικοδομήματα του αστικού κράτους, τα οποία της είναι ιδιαίτερα οικεία, αποκτώντας σταδιακά όλο και ευρύτερη νομιμοποίηση στο ιδεολογικό πεδίο, με την αριστερά πλέον να παραγκωνίζεται σταδιακά στο πολιτικό περιθώριο.
Όλα τα παραπάνω φυσικά δε σημαίνουν ότι το ζήτημα των εκλογών και της παρέμβασης της αριστεράς στο αστικό πολιτικό σύστημα πρέπει να την αφήνει αδιάφορη. Κάθε άλλο, η παρέμβαση της αριστεράς σε αυτά τα πεδία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, για λόγους τακτικής που σχετίζονται με την πολιτική παρέμβαση σε κεντρικοπολιτικό επίπεδο, την ανοιχτή, δημόσια και ορατή αντιπαράθεση της, σε κάθε επίπεδο παραγωγής πολιτικής, με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, τη συλλογή και αξιολόγηση δεδομένων, εμπειριών και τεχνογνωσίας από τον αστικό μηχανισμό εξουσίας, προς αξιοποίηση τους από την ίδια, ώστε να παράξει εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις, επί του πεδίου, αλλα και στρατηγικά, πάνω στα υπάρχοντα κοινωνικά προβλήματα.
Κρισιμότερα, όμως, η εκλογική παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι κρίσιμη, καθώς, αν και πρέπει να έχουμε ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με τα όρια που θέτει το αστικό κράτος και πολιτικό σύστημα, ως προς τις εναλλακτικές άσκησης πολιτικής από και για την εργατική τάξη, δεν παύει να παραμένει το κύριο και καθοριστικό πεδίο άσκησης εφαρμοσμένης πολιτικής, η οποία επηρεάζει υλικά τη ζωή και την καθημερινότητα μας, σε κάθε επίπεδο. Εάν θέλουμε να οικοδομήσουμε ένα πολιτικό υποκείμενο που θα παράγει πολιτική με υλιστικούς όρους και αποτελέσματα με ενδιαφέρον, όραμα και υλικό αποτέλεσμα για τις ανάγκες μας σήμερα, οφείλουμε να μετέχουμε, με σοβαρότητα, αποφασιστικότητα και χωρίς αυταπάτες, στο κεντρικό πεδίο άσκησης πολιτικής, μέσω και του αστικού κοινοβουλευτικού εκλογικού συστήματος.
Έχοντας ανοίξει πλέον το ζήτημα της παρέμβασης της αριστεράς εντός αστικού κράτους και πολιτικού συστήματος, της τακτικής αξίας, αλλά και των στρατηγικών και τακτικών ορίων που έχει αυτή, τόσο στρατηγικά, όσο και στην υπάρχουσα συγκυρία, μένει ανοιχτό το ζήτημα των εναλλακτικών μεθόδων πολιτικής παρέμβασης και άσκησης πολιτικής, από πλευράς αριστεράς. Το να μην έχουμε αυταπάτες σε σχέση με τα παραπάνω, πρακτικά ανοίγει στρατηγικά το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας. Είναι μια ιδιαίτερα μεγάλη και βαθιά κουβέντα το αν υπάρχουν περιθώρια, όροι και μέθοδοι στο σήμερα, για την άσκηση μιας οποιασδήποτε μορφής δυαδικής εξουσίας επί του κοινωνικού πεδίου, με κεντρικοπολιτική αναφορά και υλική αποτύπωση. Οι δυσκολίες για κάτι τέτοιο είναι τεράστιες, και σχετίζονται τόσο με τα εσωτερικά προβλήματα και αντιφάσεις της ίδιας της αριστεράς και του εργατικού-λαϊκού κινήματος, όσο και με αντικειμενικές δυσκολίες και όρια που θέτει, φυσικά, το ίδιο το αστικό σύστημα εξουσίας. Θα ήταν άλλωστε παράδοξο, σε συνθήκες κοινωνικοπολιτικής σταθερότητας και ισχυρά ριζομένου κοινωνικού συμβολαίου, το αστικό σύστημα εξουσίας να αφήνει χαραμάδες ανάδυσης εναλλακτικών μορφών άσκησης δυαδικής εξουσίας. Τα στρατηγικά ζητήματα όμως που αντιμετωπίζουμε είναι αμείλικτα, και προκύπτουν τόσο από την πρόσφατη εμπειρία της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας, όσο και από την σωρευμένη ιστορική εμπειρία του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι καθήκον μας, εάν θέλουμε όντως να νικήσουμε, και να πετύχουμε νίκες με βαθιά ριζωμένη την κοινωνική χρησιμότητα και την προσήλωση στις κοινωνικές ανάγκες, με μακροπρόθεσμο και στρατηγικό ορίζοντα, να επεξεργαστούμε εκείνα τα σχέδια και να οικοδομήσουμε εκείνες τις δομές, σε επίπεδο εργασιακών χώρων και γειτονιών, που θα αποτελέσουν τη μαγιά για ένα νέο υπόδειγμα άσκησης πολιτικής, από και για τους υποτελείς. Μόνο το οργανωμένο εργατικό κίνημα, το οργανωμένο λαϊκό κίνημα, εκεί που ζει και εργάζεται, μπορεί να παράξει τις αντιδομές που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες μας, στη βάση ενός συνολικού και ολιστικού οράματος και σχεδίου, για τη συγκρότηση ενός άλλου κοινωνικού οικοδομήματος, βήμα το βήμα, νίκη τη νίκη.
Για το μεταβατικό πρόγραμμα.
Θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός τέτοιου προγράμματος οφείλουν να είναι η αντικαπιταλιστική στρατηγική οπτική, η πραγματιστική οπτική πάνω στην υπάρχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, των βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων δυνατοτήτων και προβλημάτων της, αλλά και τις ανάγκες της ελληνικής εργατικής τάξης, η αξιοπιστία του, οι βραχυπρόθεσμοι, μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι του, τα ταξικά συμφέροντα τα οποία αταλάντευτα εκφράζει, και οφείλει να εκφράζει, στο διηνεκές, ο δυναμικός χαρακτήρας που οφείλει να έχει, καθώς και οι κίνδυνοι και τα εμπόδια που πρόκειται ή είναι πιθανό να αντιμετωπίσει στην υλοποίηση του. Σε αυτό το σημείο είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί το εξής, το πρόγραμμα αυτό δεν αρκεί απλώς να φιλοδοξεί να κάνει άλλο ένα ξαναμοίρασμα της πίτας του παραγόμενου πλούτου, να πειράξει λίγο τους φορολογικούς συντελεστές ή να επανακρατικοποιήσει κάνα δυο ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις. Χωρίς ένα ριζικό χτύπημα στην καρδιά της εξουσίας της ελληνικής αστικής τάξης και δημιουργία ενός παραγωγικού αντίβαρου απέναντι στο κυρίαρχο παραγωγικό υπόδειγμα, το πρόγραμμα, και το εγχείρημα αυτό καθεαυτό, είναι καταδικασμένα να αποτύχουν.
Τι μπορεί να είναι όμως ένα μεταβατικό πρόγραμμα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και ποια μπορεί να είναι η χρησιμότητα του για την ίδια την ελληνική κοινωνία ; Είναι το πρόγραμμα εκείνο το οποίο μπορεί να είναι ταυτόχρονα κοινωνικά χρήσιμο στο σήμερα και συνάμα αιχμηρό και εύστοχο, όσον αφορά τα στρατηγικά επίδικα που θέτει. Ένα πρόγραμμα το οποίο θα αφουγκράζεται και θα απαντάει στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας στο σήμερα, με τρόπο προγραμματικό και ρεαλιστικό, ενώ παράλληλα θα εμφορείται από μία στρατηγική αντικαπιταλιστική λογική, ώστε να διατηρεί το χαρακτήρα και τη χρησιμότητα του στο διηνεκές και να μην εγκλωβίζεται στα στεγανά του κυρίαρχου υποδείγματος άσκησης πολιτικής και την μερικότητα των ήδη υπαρχόντων αποτυχημένων εγχειρημάτων της “αριστερής” σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και μιας “μικροαστικής” αριστεράς, που αποτελεί επί της ουσίας σοσιαλδημοκρατία εν αναμονή.
Βασική επιδίωξη του μεταβατικού προγράμματος θα πρέπει να είναι όχι απλώς να ανακόψει τη νεοφιλελεύθερη επέλαση σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας, αλλά να παράξει και ένα εναλλακτικό υπόδειγμα οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας στην οικονομία, ελέγχου του συστήματος ροής κεφαλαίου και επενδύσεων, διάρθρωσης της ίδιας της ιδιοκτησίας, με την ανάδειξη νέων μορφών, που να απαντάνε στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, κατοχύρωσης των συλλογικών δικαιωμάτων μας στην εκπαίδευση, την υγεία, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, τα κοινωνικά αγαθά, τη στέγη, την ειρηνη, την ασφάλεια, τον έμφυλο και κάθε λογής ταυτοτικό αυτοπροσδιορισμό, με όρους ελευθερίας, αμοιβαίου σεβασμού και αξιοπρέπειας. Να διεμβολίσει, δηλαδή, το υπάρχον κυρίαρχο υλικό οικοδόμημα εξουσίας που σχετίζεται με την οικονομία και το κράτος, αλλά και την ιδεολογική υπερδομή που ενισχύει αυτό το καταπιεστικό οικοδόμημα, παράγοντας παράλληλα ένα νέο πρόγραμμα και αφήγημα για το πώς να ζούμε, να εργαζόμαστε και να απολαμβάνουμε τους καρπούς των κόπων μας, στο ύψος των αναγκών μας και όχι των περιορισμών που μας θέτει το ίδιο το σύστημα.
Το ζήτημα του νομίσματος και της νομισματικής πολιτικής.
Στα πιο άμεσα επίδικα, ένα βασικό ζήτημα που καλείται να αντιμετωπίσει το μεταβατικό πρόγραμμα είναι το ζήτημα του νομίσματος. Το ευρώ και η ένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη αποτέλεσαν σταθμό για την ελληνική οικονομία και κοινωνία κατα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το ίδιο το ευρώ, ως ένα σκληρό νόμισμα, έδωσε πρόσβαση στην ελληνική αστική τάξη σε ένα αξιόπιστο συναλλαγματικό μέσο, που εξασφαλίζει συναλλαγματική σταθερότητα ισοτιμιών, γεγονός που ευνοεί σε ένα βαθμό το εξωτερικό εμπόριο και παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και επενδύσεις, καθώς και σε ρευστό κεφάλαιο από το κεφαλαιακό πλεόνασμα ώριμων καπιταλιστικών οικονομιών, όπως η γερμανική, παρέχοντας μεσοπρόθεσμα σημαντική ρευστότητα. Παράλληλα, το ευρώ, λόγω του ότι είναι σκληρό νόμισμα, ευνοεί τις εισαγωγές, καθιστώντας τες φθηνότερες, συνεπώς και τους κλάδους εκείνους δραστηριοποίησης του ελληνικού κεφαλαίου οι οποίοι στηρίζονται σημαντικά σε αυτές, ενώ ήταν ευνοϊκό και για τον εξωτερικό δανεισμό του ελληνικού δημοσίου, καθώς ένα ομόλογο στο σκληρό ευρώ είναι πολύ πιο ασφαλές από ένα ομόλογο στην ευαίσθητη δραχμή, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να κατρακυλήσει σε αξία, ρίχνοντας έτσι το κόστος δανεισμού. Επομένως, και με αυτόν τον τρόπο, ο ελληνικός καπιταλισμός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει το χρέος μέχρι τα όρια του ως μοχλό ονομαστικής ανάπτυξης, με το δημόσιο να δανείζεται σε “ζεστό” ευρώ, το οποίο στη συνέχεια μοίραζε και μοιράζει στους έλληνες ολιγάρχες.
Από την άλλη, ακριβώς επειδή ευνοεί τις εισαγωγές, συνδυαστικά με άλλους παράγοντες, συνέβαλε σημαντικά στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας, αυξάνοντας τα εμπορικά της ελλείμματα και καθιστώντας την πλέον εξαρτημένη από αυτό, αφού μία έξοδος από την ευρωζώνη θα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή βραχυπρόθεσμα. Με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαίων να διαμορφώνεται για το 2024 στα 15,1 δις ευρώ, αυξημένο κατά 3,9 δις ευρώ σε σχέση με το 2023, η προσφυγή μας σε ένα νέο εθνικό νόμισμα, με πολύ χαμηλότερη και φθίνουσα πορεία για την αξία του, και με τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα παραγωγής σοβαρά εξασθενημένους, λόγω του ευρώ και των μνημονίων, αλλά και του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται, θα προκαλούσε σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη αυτού του ελλείμματος, καθώς και άλλων εξωτερικών υποχρεώσεων, όπως το δημόσιο χρέος, καθιστώντας ισχυρά πιθανό το σενάριο η πρώτη κυβέρνηση που θα καλούνταν να διαχειριστεί την έξοδο από το ευρώ να αναγκαστεί να προχωρήσει σε μέτρα σοβαρής λιτότητας, προκειμένου να μειώσει τα ελλείμματα και να συγκρατήσει την αξία του νέου νομίσματος. Παρά όλα αυτά, μακροπρόθεσμα, η έξοδος από την ευρωζώνη είναι επιβεβλημένη. Η αδυναμία άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής, κατά τις εκάστοτε ανάγκες της οικονομίας, είναι μια “ανωμαλία” που οφείλει να εξαλειφθεί, ενώ η εγκατάλειψη ενός τόσο σκληρού νομίσματος αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι ικανή, συνθήκη, για την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας, σε μια πιο εξωστρεφή κατεύθυνση, καθώς και για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της.
Η νομισματική πολιτική, όμως, αν και κρίσιμη, δεν είναι πανάκεια και δε μπορεί να κάνει θαύματα. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, το πρόβλημα έγκειται κατά κύριο λόγο στη διάρθρωση του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου. Επομένως, αυτό που απαιτείται είναι ριζικές αλλαγές στο ίδιο το παραγωγικό μοντέλο, τις σχέσεις ιδιοκτησίας στις οποίες αυτό στηρίζεται και την μακροοικονομική λογική η οποία το πλαισιώνει.
Το ζήτημα της ιδιοκτησίας στην παραγωγή, της παραγωγικής βάσης και των δημοσίων αγαθών.
Καταρχήν, απαιτείται η εισαγωγή μιας καινούριας λογικής στην ιδιοκτησία της παραγωγής, με κρίσιμο σημείο ενδιαφέροντος τη μεγάλη ιδιοκτησία. Ο ρόλος του κεφαλαίου στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ιδιαίτερα αυτών μεγάλης κλίμακας, αν και έχει υπάρξει σημαντικά προωθητικός στη διαδικασία μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, και δη τον βιομηχανικό καπιταλισμό, φαίνεται πως σήμερα λειτουργεί περισσότερο παρασιτικά και καταστροφικά, παρά οτιδήποτε άλλο. Η συσσώρευση κεφαλαίου στα χέρια της αστικής τάξης, η πολύ συχνά κοντόφθαλμη, καιροσκοπική και άναρχη χρήση αυτού από την αστική τάξη, με σκοπό την απόσπαση του μέγιστου και ταχύτερου δυνατού κέρδους, οδηγεί σε επενδυτικές φούσκες, που, όταν αρχίζουν να “σκάνε”, προκαλούν οικονομικές υφέσεις και κρίσεις. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί την αστική τάξη να καταστρέφει το ίδιο το κεφάλαιο που έχει επενδύσει, κατά τη διάρκεια αυτών των υφέσεων και κρίσεων, διαμορφώνοντας μία διαρκώς επαναλαμβανόμενη συνθήκη που αποτελεί μια τεράστια σπατάλη πόρων για τις κοινωνίες μας.
Λόγω της αστείρευτης δίψας της αστικής τάξης για συσσώρευση κεφαλαίου, η κατανάλωση και η ζήτηση από πλευράς εργατικής τάξης βρίσκονται διαρκώς υπό συνθήκη πίεσης, υπονομεύοντας τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, αφού η ζήτηση είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για αυτήν, ενώ η εγγενής τάση συγκρότησης ολιγοπωλίων και μονοπωλίων καταστέλλει την καινοτομία και τις παραγωγικές δυνάμεις του συνόλου της κοινωνίας, εντείνει τον έλεγχο μιας χούφτας επιχειρηματιών πάνω στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή, επιδεινώνει τους ταξικούς συσχετισμούς εντός του συστήματος, τόσο για την μισθωτή εργασία, όσο και για τους αυτοαπασχολούμενους και τη μικρή ιδιοκτησία, δημιουργώντας παράλληλα τις συνθήκες για οικονομική στασιμότητα και ακόμα πιο δύσκολα διαχειρίσιμες κρίσεις.
Επομένως, αυτό που απαιτείται είναι η απαλοιφή του ίδιου του μεγάλου κεφαλαίου από την εξίσωση της παραγωγής, ο επαναπροσδιορισμός του σκοπού και της φύσης της παραγωγής, της διαχείρισης του ρευστού κεφαλαίου και της επένδυσης, η μέγιστη δυνατά αποδοτική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων και του παραγόμενου πλούτου υπό ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα, και φυσικά η αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας εντός της παραγωγής. Μία νέα μορφή παραγωγικής μονάδας, που θα εγκολπώνει τη λογική της ιδιοκτησίας, οργάνωσης και διοίκησης των παραγωγικών μονάδων από τους ίδιους τους εργαζόμενους, στην πράξη, μέσω των συλλογικών τους οργάνων και φορέων, καθώς και μία διαφορετική λογική διοίκησης και διαχείρισης της παραγωγής και του παραγόμενου πλούτου, του κέρδους, της διανομής του και της επανεπένδυσης του. Μία μορφή παραγωγικής μονάδας που θα επιχειρεί να εισάγει μία νέα λογική δημοκρατικής διαχείρισης πόρων, μακριά από αυτήν της απόσπασης υπεραξίας από τους εργαζόμενους προς όφελος του κεφαλαιοκράτη-αφεντικού που επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του και να συσσωρεύσει κεφάλαιο.
Φυσικά μία τέτοια νέα μορφή παραγωγικής μονάδας δεν μπορεί να σταθεί μόνη της ούτε στην εγχώρια, ούτε στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Σκοπός άλλωστε δεν είναι να επιχειρήσουμε να “εισάγουμε τον σοσιαλισμό” σε ατομικό επίπεδο παραγωγικών μονάδων και στη συνέχεια να τις αφήσουμε να “πλεύσουν” μόνες τους στον “καπιταλιστικό ωκεανό”. Ο συντονισμός της οικονομίας και της παραγωγής σε κεντρικό επίπεδο, υπό το πρίσμα μιας μακροοικονομικής λογικής κάλυψης των κοινωνικών αναγκών και βιωσιμότητας σε αυτή τη βάση, είναι απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας. Και για να επιτευχθεί ο συντονισμός αυτός απαιτούνται τόσο χρηματοπιστωτικά, όσο και γραφειοκρατικά, τεχνικά και επιστημονικά εργαλεία. Ένα δημόσιο ταμείο, ή σύστημα ταμείων, επενδύσεων, που θα μεταλλάξει πλήρως τη λογική που λειτουργούν σήμερα τα ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και θα λειτουργεί συντονιστικά και συνεργατικά με ένα πλήρως και αποκλειστικά δημόσιο τραπεζικό σύστημα, στη λογική της επίτευξης μακροοικονομικών στόχων και όχι της τυχαίας, άναρχης και προνομιακής ροής ρευστού κεφαλαίου προς πάσα κατεύθυνση. Ένα ταμείο που σε συνεργασία με εργατικούς, κοινωνικούς και επιστημονικούς φορείς, αλλά και την πολιτική διοίκηση, θα χαράσσουν, εγκρίνουν, παρακολουθούν και υλοποιούν από κοινού την οικονομική πολιτική από πλευράς επενδύσεων, ολιστικά και επί του πεδίου, υπό το πρίσμα του δημοσίου συμφέροντος και των κοινωνικών αναγκών.
Στόχος η σταδιακή οικοδόμηση ενός εναλλακτικού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου που θα έχει στο επίκεντρο τις κοινωνικές ανάγκες, θα νέμεται τους πόρους και τον παραγόμενο πλούτο της οικονομίας πολύ πιο αποδοτικά και δίκαια, από τους εργαζόμενους, για τους εργαζόμενους, θέτωντας μακροοικονομικούς στόχους υπό το πρίσμα της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της κοινωνικής συμπερίληψης.
Για να επιτευχθούν όμως τα παραπάνω, δεν αρκούν μόνο όσα έχουν περιγραφεί ήδη. Η ελληνική εργατική τάξη αλλά και η ελληνική οικονομία εν τω συνόλω, έχουν πληγεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από το υπάρχον παραγωγικό υπόδειγμα και μείγμα οικονομικής πολιτικής, που βάζει πρώτα και πάντα στο επίκεντρο τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Για να υπερβούμε αυτήν την κατάσταση απαιτούνται γενναίες παρεμβάσεις και πολιτικές που θα αλλάξουν ριζικά το τοπίο της ελληνικής οικονομίας, αλλά και συνολικά την οπτική μας πάνω στο πώς πρέπει να λειτουργεί η οικονομία.
Δημόσια αγαθά, όπως το νερό, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι αστικές και υπεραστικές μεταφορές και συγκοινωνίες, δίκτυα υποδομών, εκπαίδευση, υγεία και πλείστοι άλλοι στρατηγικοί τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής πρέπει να περάσουν άμεσα σε δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο. Ο λόγος δεν έχει να κάνει μόνο με ηθικοκοινωνικά κριτήρια. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες αυτές έχουν συχνά τεράστιο αρχικό κόστος επένδυσης και μεγάλο πάγιο κόστος, το οποίο κανένας επιχειρηματίας δεν θέλει ή δεν είναι σε θέση να αναλάβει, χωρίς την εγγύηση παροχής ρευστότητας μεγάλης κλίμακας και ένα εύκολο και γρήγορο κέρδος. Επιπλέον, επιτελούν στις περισσότερες των περιπτώσεων έναν στρατηγικό οικονομικό και κοινωνικό ρόλο, ο οποίος δεν είναι συχνά εύκολα μετρήσιμος με στενά χρηματοοικονομικά και λογιστικά κριτήρια. Πρόκειται για αγαθά και υπηρεσίες που είτε είναι απαραίτητα για την κοινωνική συνοχή και βιωσιμότητα, αφού καλύπτουν ευαίσθητες και πάγιες κοινωνικές ανάγκες, ή για αγαθά και υπηρεσίες που επιτελούν στρατηγικό μακροοικονομικό ρόλο, λειτουργώντας πολλαπλασιαστικά για το εθνικό εισόδημα. Για αυτό και πρέπει να είναι κεντρικό μας πρόταγμα όχι μόνο η κοινωνικοποίηση τέτοιων αγαθών και υπηρεσιών, μέσω της κοινωνικοποίησης των δομών που τις παρέχουν, αλλά και ένα ευρύτερο σχέδιο επενδύσεων στρατηγικού χαρακτήρα, με μεγάλα και πολλαπλασιαστικά μακροπρόθεσμα οφέλη για την ελληνική κοινωνία και οικονομία.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, οι μονάδες διύλισης πετροχημικών και παραγωγής καυσίμων και ενέργειας, που αφορούν είτε άμεσα, είτε έμμεσα, τουλάχιστον το ⅓ των εισαγωγών και εξαγωγών της χώρας μας, το δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, τα λιμάνια και τα αεροδρόμια, η αμυντική βιομηχανία, το σιδηροδρομικό δίκτυο, το δίκτυο διαχείρισης υδάτινων πόρων, και πολλά άλλα, τα οποία όχι απλώς πρέπει να περάσουν σε δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, αλλά παράλληλα να γίνουν και υποδοχείς γενναίων επενδύσεων και να ενταχθούν σε έναν νέο ευρύτερο σχεδιασμό ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας, και δη της ελληνικής περιφέρειας, καθώς και αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Με κριτήρια τα κοινωνικά τους οφέλη και τον κοινωνικό τους χαρακτήρα, τους πολλαπλασιαστές που φέρουν τέτοιες επενδύσεις για το εθνικό εισόδημα, την χάραξη μιας νέας περιφερειακής πολιτικής για την εγκαταλελειμμένη και αποβιομηχανοποιημένη ελληνική περιφέρεια, την ανάπτυξη της έρευνας και της τεχνολογίας υπό δημόσιο έλεγχο, την ενίσχυση του εξωτερικού εμπορίου και την περεταίρω σύνδεση της ελληνικής επικράτειας με τα Βαλκάνια, την κεντρική και ανατολική Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο.
Προκειμένου να μπορέσει να ανασυγκροτηθεί σε πρώτη φάση η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, υπό το πρίσμα του δημόσιου και κοινωνικού ελέγχου και συμφέροντος, όπως τέθηκε παραπάνω, θα πρέπει επίσης να δοθεί έμφαση, σε πρώτη φάση, στην ενίσχυση της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας της. Από το σημερινό μοντέλο συμπίεσης του μοναδιαίου κόστους μέσω της συμπίεσης των μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και της πλήρους απορρύθμισης της οικονομίας, θα πρέπει να περάσουμε σε ένα μοντέλο που στηρίζει την ανταγωνιστικότητα στην ανοικοδόμηση τόσο του πρωτογενούς, όσο κυρίως του δευτερογενούς τομέα παραγωγής, δηλαδή της βιομηχανίας, τις οικονομίες κλίμακας, τις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές με πολλαπλασιαστικό όφελος, τα αγαθά υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας, το χαμηλό μοναδιαίο κόστος, στηριζόμενο στην αύξηση της παραγωγικότητας και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, των υποδομών και της ποιότητας εργασίας και ζωής συνολικά. Όλα τα παραπάνω έρχονται φυσικά σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση μιας βεντάλιας στρατηγικών πλεονεκτημάτων-ευκαιριών της χώρας, την ενίσχυση της δημόσιας-δωρεάν εκπαίδευσης και κατάρτισης, αλλά και το κατάλληλο μίγμα ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής, ενώ παράλληλα επενδύσεις σε επικίνδυνα διογκωμένους κλάδους, όπως ο τουρισμός και τα ακίνητα, πρέπει σταδιακά να αποθαρρυνθούν, καθώς αποτελούν υποβόσκοντες μακροοικονομικούς κινδύνους και δημιουργούν στρεβλώσεις και ανισομέρειες τόσο στην οικονομία, όσο και την αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερα δε για την αγορά ακινήτων, απαιτείται μια ριζική αλλαγή στη λογική διαχείρισης της. Η κατοικία δεν αποτελεί απλώς “άλλη μία αγορά”, αλλά ένα αγαθό ανελαστικής ζήτησης και απαραίτητη προϋπόθεση βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής για την ίδια την κοινωνία. Κανένας άνθρωπος χωρίς στέγη πάνω από το κεφάλι του δεν μπορεί να συμμετέχει με αξιοπρεπείς και παραγωγικούς όρους στην οικονομική και κοινωνική ζωή μιας χώρας. Πρέπει να είναι απόλυτη προτεραιότητα μας το πρόταγμα ότι η στέγη είναι πρωτίστως ένα κοινωνικό αγαθό-δικαίωμα για κάθε ένα από εμάς. Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις πρέπει να περιοστούν στο μέγιστο δυνατό, τα ανεκμετάλλευτα ακίνητα του δημοσίου να αξιοποιηθούν, να ανασυγκροτηθεί ο πάλαι ποτέ Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας και να γίνουν γενναίες επενδύσεις στην οικοδόμηση κοινωνικής κατοικίας και φοιτητικής στέγης, η εκμετάλλευση στέγης να πάψει να αντιμετωπίζεται ως επιχειρηματική δραστηριότητα και να αντιμετωπίζεται κάθε μορφή εκμετάλλευσης κατοικίας αποκλειστικά ως εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας.
Μιλώντας βέβαια τόσο εκτενώς για την οικονομία, δεν μπορούμε φυσικά να παραλείψουμε το πιο άμεσο, κρίσιμο και φλέγον ζήτημα που απασχολεί τόσο τη στιγμή που γράφονται αυτές οι λέξεις, όσο και σε ευρύτερο βάθος χρόνου, τη μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Μιλάμε φυσικά για το φαινόμενο της ακρίβειας. Ουσιαστικά και συνοπτικά, όταν μιλάμε για ακρίβεια, αναφερόμαστε φυσικά στην αδυναμία του εισοδήματος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας να καλύψει σημαντικό μέρος των καταναλωτικών και κοινωνικών αναγκών του, με την πορεία αυτή να βαίνει προοδευτικά προς το χειρότερο. Το φαινόμενο της ακρίβειας δεν αποτελεί βεβαίως ένα “φυσικό φαινόμενο”, αλλά και αυτό με τη σειρά του είναι εγγενές κομμάτι του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου, όπως έχει διαμορφωθεί στον δυτικό κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες, και οφείλεται μακροοικονομικά στην αδυναμία του υπάρχοντος μοντέλου να παράγει στο διηνεκές οικονομική μεγέθυνση ικανή να αυξάνει τόσο τα κέρδη των καπιταλιστών, όσο και το πραγματικό εισόδημα της εργατικής τάξης και σημαντικής μερίδας της μικρής ιδιοκτησίας.
Περεταίρω ανάλυση δεν είναι της παρούσης, καθώς έχει ήδη γίνει εκτενής κουβέντα σε κείμενα αναλύσεων και διαδικασιών, καθώς και αρθρογραφία, σχετικά με το ζήτημα, χωρίς όμως επ ουδενί αυτό να σημαίνει πως αυτή η κουβέντα είναι μέχρι στιγμής επαρκής. Στο δια ταύτα, αν και η ακρίβεια είναι ένα δομικό φαινόμενο των ώριμων καπιταλιστικών οικονομιών της δύσης, αυτό δε σημαίνει πως δεν έχουμε υποχρέωση να παράξουμε άμεσα ένα σχέδιο ριζικής και ουσιαστικής ανάσχεσης του φαινομένου, μέσω μέτρων ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων. Μέτρα όπως αυξήσεις μισθών, ουσιαστική επαναφορά συλλογικών διαπραγματεύσεων, κατοχύρωση συνδικαλιστικών ελευθεριών, επιβολή αυστηρών περιορισμών μικτού περιθωρίου κέρδους σε μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε είδη λαϊκής κατανάλωσης, κρατικοποιήσεις και κοινωνικοποιήσεις στρατηγικών τομέων της οικονομίας και εφαρμογή κοινωνικής τιμολογιακής πολιτικής, μειώσεις έμμεσων φόρων σε είδη λαϊκής κατανάλωσης και πολλά άλλα μέτρα κρατικής παρέμβασης που στόχο έχουν να αναδιανείμουν το εισόδημα και να περιορίσουν φαινόμενα κερδοσκοπίας από πλευράς κεφαλαίου, σε βάρος της κοινωνίας.
Αντιφάσεις, κίνδυνοι και ο ρόλος του διεθνιστικού χαρακτήρα και της συσσωρευμένης εμπειρίας του κομμουνιστικού κινήματος στην υπέρβαση τους.
Όμως, όσο καλοπροαίρετα και ουσιαστικά και να είναι αυτά τα μέτρα, χωρίς μια ολιστική προσέγγιση πάνω στο ζήτημα της οικονομίας, του μοντέλου ανάπτυξης της και των σχέσεων ιδιοκτησίας εντός αυτής, τα μέτρα αυτά μπορούν να αποδειχθούν όχι μόνο ανεπαρκή, αλλά να κάνουν και backfire, να παράξουν δηλαδή τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Να έρθει δηλαδή ο λαός αντιμέτωπος με μία συντονισμένη αντεπίθεση από πλευράς εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου, εκπεφρασμένη μέσω απόσυρσης ρευστών διαθεσίμων από το τραπεζικό σύστημα, όπως έγινε στα τέλη του 2014 με αρχές 2015 στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ασφυκτικές χρηματοπιστωτικές πιέσεις, εμπορικές πιέσεις, τεχνητές ελλείψεις σε αγαθά στην εγχώρια αγορά, πάγωμα επενδύσεων και απόσυρση κεφαλαίων, και πολλά άλλα, τα οποία θα μπορούσαν δυνητικά να ασκήσουν ασφυκτικές πιέσεις βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Αυτό φυσικά δεν είναι κάτι δεδομένο, και εξαρτάται από την ένταση των μέτρων, την προετοιμασία, τόσο τεχνική, όσο και ψυχολογική, από πλευράς ελληνικής κοινωνίας και πολιτικού υποκειμένου, καθώς και από την ύπαρξη ενός στρατηγικού σχεδίου εμποτισμένου πλήρως με την αντίληψη του “τι θέλουμε να κάνουμε, τι μπορούμε να κάνουμε, πότε, πώς, ποιοι είναι οι βραχυπρόθεσμοι, μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι μας, και γιατί”. Μιλάμε δηλαδή ουσιαστικά για ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Ριζοσπαστικό, γειωμένο, με στρατηγικό βάθος ανάλυσης και στόχων, πλήρη επίγνωση των αντικειμενικών συνθηκών, των λαϊκών αναγκών, καθώς και των δυνατοτήτων του κοινωνικού και του πολιτικού υποκειμένου.
Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που προκύπτουν, όμως, μέσα από όλη αυτήν την “κουβέντα” είναι το εξής. Μπορεί, εν γένει, σε οποιαδήποτε δεδομένη συνθήκη. να υπάρξει μία “νησίδα σοσιαλισμού” μέσα σε μια “θάλασσα καπιταλισμού”. Είναι κάτι το εφικτό, το θεμιτό, το προωθητικό ; Πρόκειται όντως για μια ουσιαστική υπέρβαση, ή απλώς για μια αυταπάτη ; Μία επιχείρηση-παραγωγική μονάδα, ακόμη και αν λειτουργεί υπό εργατική ιδιοκτησία και διοίκηση στο εσωτερικό της, στην ουσία δεν εξακολουθεί να λειτουργεί καπιταλιστικά προς το εξωτερικό της περιβάλλον ; Συνεχίζει να επιδιώκει τη μεγιστοποίηση του κέρδους της, γιατί οι εργαζόμενοι της θέλουν να βιοποριστούν και συνεχίζει να λειτουργεί ανταγωνιστικά με άλλες επιχειρήσεις και παραγωγικές μονάδες, τόσο στην εγχώρια, όσο και στη διεθνή αγορά. Εκ πρώτης όψεως δηλαδή, δεν φαίνεται να αλλάζουν και πολλά για έναν εξωτερικό παρατηρητή. Αντίστοιχα, και μια εθνικής κλίμακας οικονομία, είτε σοσιαλιστική, είτε σε φάση σοσιαλιστικής μετάβασης, μπορούμε να πούμε ότι σε μεγάλο βαθμό διατηρεί ως προς το εξωτερικό της περιβάλλον πολλά, αν όχι τα περισσότερα, από τα εγγενή χαρακτηριστικά μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό από μόνο του αποτελεί μία σημαντική δυνητική αντίφαση, η οποία, συνδυαστικά με τις προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ένα οποιοδήποτε μεμονωμένο σοσιαλιστικό, ή “σοσιαλίζον”, μοντέλο, ως μονάδα, απέναντι σε ένα περιβάλλον που κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση από τη μονάδα, εγείρει σημαντικά ερωτηματικά για τις προοπτικές οποιουδήποτε τέτοιου εγχειρήματος.
Δυστυχώς, στρωμένος δρόμος δεν υπάρχει. Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα διαχρονικά και στις περισσότερες των εκφάνσεων του έχει αποτελέσει και αποτελεί ένα διεθνιστικό κίνημα, ακριβώς επειδή διαγιγνώσκει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανά περίοδο και συγκυρία, τις αντιφάσεις όχι μόνο του ίδιου του καπιταλισμού, αλλά και των μεταβατικών εγχειρημάτων τα οποία επιχείρησε και επιχειρεί το ίδιο να οικοδομήσει, στην προσπάθειά του να υπερβεί τον καπιταλισμό και να δημιουργήσει ένα εντελώς νέο πρότυπο κοινωνίας, ως προϊόν της παλιάς και ήδη υπάρχουσας.
Μόνο η ίδια η αναμέτρηση και η οργανωμένη και συγκροτημένη ταξική πάλη μπορεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα της εποχής μας. Με κόμμα και με πρόγραμμα, με την ενεργό συμμετοχή της ίδιας της εργατικής τάξης και την αναβαθμισμένη μαζική πολιτική της εμπλοκή, μπορούν να ξεπεραστούν οι πολιτικές, στρατηγικές και τακτικές, αδυναμίες των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών, υποκειμένων και σχεδίων. Με όπλο τον διαλεκτικό υλισμό μπορούν να αναπτυχθούν και να ανθίσουν νέα σχέδια, προτάγματα και αφηγήματ, που θα μπορέσουν να παράξουν νίκες στο σήμερα και να ανοίξουν νέες προοπτικές και δρόμους, που ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε αυτή τη στιγμή.
Πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω, όμως, είναι να κάνουμε εμείς τα ίδια την υπέρβαση. Εμείς που με τα χέρια και το μυαλό μας, αλλά όχι με τους όρους μας, οικοδομούμε αυτήν την κοινωνία. Εμείς που παράγουμε τον πλούτο της με την εργασία μας. Εμείς που βιώνουμε καθημερινά την καταπίεση στα σώματα μας, σε κάθε της μορφή, και δεν έχουμε τρόπο και διέξοδο ατομικά να αντιδράσουμε. Γι αυτό και πρέπει να αντιδράσουμε και να δράσουμε συλλογικά. Ο μόνος τρόπος για να σπάσουμε τα δεσμά μας, ο μόνος τρόπος για να διεκδικήσουμε και να κατοχυρώσουμε την αξιοπρέπεια μας, είναι να πιάσουμε η μία το χέρι του άλλου και να βαδίσουμε μαζί, συλλογικά και αλληλέγγυα, το δρόμο της αξιοπρέπειας και της διεκδίκησης της ζωής που μας αξίζει.
Να χτίσουμε ένα πολιτικό υποκείμενο που μας χωράει και μας εκφράζει όλα, ανοιχτά και ελεύθερα. Ένα υποκείμενο μαζικό, λαϊκό, δημοκρατικό και δημιουργικό, που συμπυκνώνει τα συλλογικά άγχη και αγωνίες της καθημερινότητας, στην οποία μας έχει υποτάξει ο καπιταλισμός, και τα μετουσιώνει σε συλλογική σκέψη, συζήτηση, προτάσεις, θέσεις, δράση και υλικές νίκες στο σήμερα. Να ξαναπάρουμε την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης στα χέρια μας, με όρεξη, πείσμα, αυτοπεποίθηση, συλλογική φροντίδα για το διπλανό μας, αλληλεγγύη και πυξίδα τις ίδιες μας τις ανάγκες.
Το κομμουνιστικό κίνημα δεν είναι τα σύμβολα, τα ονόματα, τα συνθήματα, οι βαρύγδουποι μάτσο λόγοι και οι βαρυσήμαντες ακαδημαϊκές αναλύσεις. Κομμουνιστικό κίνημα είναι πρωτίστως ο ίδιος ο οργανωμένος λαός, στο σκοπό της ταξικής πάλης και της χειραφέτησης του, τα πολιτικά του εργαλεία, για τα οποία αντλεί από και ανατροφοδοτεί την καθημερινότητα του, το κόμμα του ως “σπίτι” του, οι δημοκρατικές και συμπεριληπτικές διαδικασίες του, το πρόγραμμα του. Γι αυτό λοιπόν οφείλουμε να φροντίσουμε πρώτα αυτά. Να φτιάξουμε ένα “σπίτι” αντάξιο των αναγκών και των καθηκόντων που εμείς τα ίδια θέτουμε στα εαυτά μας. Με αφετηρία το εγχείρημα της “Πρωτοβουλίας για μια Νέα, Ενωτική και Ανατρεπτική Αριστερά”, να υπερβούμε ό,τι μας εγκλωβίζει, μας καταπιέζει, μας είναι λίγο και μας εξαπατά αυτή τη στιγμή. Να φτιάξουμε το συλλογικό και ζωντανό μας όπλο για τις μικρές και μεγάλες μάχες που έχουμε μπροστά μας, στο δρόμο για την αξιοπρέπεια και τη χειραφέτηση.







