Την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, εν μέσω καλοκαιριού, κατατέθηκε στην Βουλή από το Υπουργείο Πολιτισμού και εν τέλει ψηφίστηκε μετά από μόλις 12 ημέρες διαβούλευσης, νόμος που προβλέπει την σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας με την ονομασία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Η ανώνυμη αυτή εταιρεία θα αναλάβει την διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς και όλα τα έσοδα από τα εισιτήρια, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τα ακριβή αντίγραφα έργων και τις εκδόσεις μουσείων και άλλων δημόσιων πολιτιστικών φορέων. Και αυτό για 50 χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα 50 χρόνια. Μάλιστα, η Α.Ε. θα έχει την υποχρέωση να λογοδοτεί απευθείας στους Υπουργούς Πολιτισμού και Οικονομικών, οι οποίοι θα διορίζουν τον διευθύνοντα σύμβολο και τα μέλη του Δ.Σ., περιορίζοντας έτσι τον ουσιαστικό δημόσιο έλεγχό της.
Η σύσταση του οργανισμού αυτού, έρχεται ως κορύφωση και επισφράγιση της πολιτιστικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τα τελευταία επτά χρόνια, οπότε συγκροτήθηκε ο ΟΔΑΠ (Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων). Με πρόεδρο τη Νικολέτα Βαλάκου, στενή φίλη και εκλεκτή συνεργάτιδα της Λίνας Μενδώνη, με διορισμένα μέλη στο Δ.Σ. που δεν έχουν σχέση με την πολιτιστική κληρονομιά, ο προσανατολισμός του ΟΔΑΠ έθεσε ως προτεραιότητα την ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση των μνημείων. Πώς; Ενδεικτικά, με την υπέρογκη αύξηση των εισιτηρίων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, παράλληλα με την κατάργηση της μειωμένης τιμής της χειμερινής περιόδου, με την ανάθεση της διαχείρισης των εισιτηρίων της Ακρόπολης και σημαντικών αρχαιολογικών χώρων σε ιδιώτες, με την εισαγωγή των «πριβέ επισκέψεων» και των ιδιωτικών γευμάτων σε αρχαιολογικούς χώρους και ακόμα, με την παράδοση των αναψυκτήριων των μεγαλύτερων αρχαιολογικών χώρων σε γνωστή αλυσίδα εστίασης, μάλιστα με φωτογραφικό διαγωνισμό. Επιπλέον, στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής εντάσσεται και η μετατροπή των πέντε μεγαλύτερων αρχαιολογικών μουσείων της χώρας σε ΝΠΔΔ.
Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις της Λίνας Μενδώνη στο πλαίσιο της διαβούλευσης του τελευταίου νομοσχεδίου (πλέον νόμου), όπου αναφέρθηκε στην «αναπτυξιακή δυναμική» του πολιτισμού. Είναι σαφές ότι στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής οικονομίας ακόμα και τα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς δεν αντιμετωπίζονται ως ένα δημόσιο και προσβάσιμο σε όλα αγαθό, αλλά αντίθετα ως μια ακόμα πηγή κέρδους. Ακόμα κι αν η διαχείριση αυτή καταλήγει να φθείρει και τα ίδια τα μνημεία. Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζουν όσοι και όσες προωθούν τις παραπάνω πολιτικές, αυτές όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην «ανοιχτότητα» των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων στο κοινό, αλλά περιορίζουν δραματικά τις δυνατότητες επίσκεψης σε αυτά, κυρίως για τον ντόπιο πληθυσμό. Ποιο θα επιλέξει να πληρώσει ένα υπέρογκο εισιτήριο, την στιγμή που το εισόδημα του οριακά αρκεί για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες;
Στην χώρα μας βέβαια, η εμπορευματοποίηση και πλέον και η ιδιωτικοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, συνδέεται άμεσα και με την υπέρμετρη τουριστικοποίηση, καθώς η διαχείριση και η χρηματοδότηση των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την δημοφιλία αυτών ως τουριστικών προορισμών. Αντίστοιχα, έχει παρατηρηθεί και μια τουριστικοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας, καθώς ο βαθμός ή οι δυνατότητες επισκεψιμότητας ενός χώρου ή μουσείου παίζουν σημαντικό ρόλο στην χρηματοδότηση που θα δοθεί για την ανασκαφή, την έρευνα, την συντήρηση και την προστασία των μνημείων, άσχετα με την ιστορική τους σημασία. Έτσι λοιπόν και η ιστορική γνώση και τα δημιουργήματα προηγούμενων πολιτισμών μετατρέπονται σε τουριστικό προϊόν.
Σε αυτό το σημείο, έχει σημασία να αναφερθεί ότι η κυβέρνηση, ακολουθώντας μια πάγια αντιδημοκρατική τακτική, συμπεριέλαβε στο συγκεκριμένο πολυνομοσχέδιο και άλλες, εξίσου σοβαρές διατάξεις, οι οποίες δυστυχώς δεν έγιναν ευρύτερα γνωστές, μιας και δεν αφορούν την διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Συγκεκριμένα, ψηφίστηκε χουντικής έμπνευσης ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μπορεί να ακυρωθεί έγκριση ταινίας από τον ΕΚΚΟΜΕΔ (Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας), εφόσον το Υπουργείο Πολιτισμού κρίνει ότι η ταινία “απειλεί το δημόσιο συμφέρον”! Επιπλέον, αποφασίστηκε ότι τα ριάλιτι των τηλεοπτικών καναλιών θα μπορούν να χρηματοδοτούνται από τον ΕΚΚΟΜΕΔ!
Γίνεται σαφές ότι ο συγκεκριμένος νόμος αποτελεί μια ευθεία επίθεση στον πολιτισμό και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Είναι καίριας σημασίας να εναντιωθούμε σε μια πολιτιστική πολιτική που αντιμετωπίζει τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους ως επιχειρήσεις και τα μνημεία ως εμπορεύματα. Να εναντιωθούμε σε μια πολιτιστική πολιτική που μετατρέπει την πρόσβαση στους χώρους αυτούς σε προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν. Να στηρίξουμε των αγώνα των εργαζόμενων στον χώρο ενάντια στην λεηλασία του δημόσιου χρήματος. Γιατί τα μνημεία είναι κομμάτι της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ανήκουν στην κοινωνία και στις κοινωνίες όλου του κόσμου, σε όλα μας. Είναι φορείς της ιστορικής γνώσης, μνήμης και εκπαίδευσης και ως τέτοια οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε, όχι ως μια ακόμα πηγή κέρδους. Γιατί ο πολιτισμός είναι δημόσιο αγαθό.







